Thu. Oct 17th, 2019

Μεγάλο αφιέρωμα του BBC στην αρχαία Τενέα Κορινθίας

Ο πιο έγκυρος δημοσιογραφικός οργανισμός της Βρετανίας δημοσιεύει εκτενές άρθρο για την ανακάλυψη της αρχαιοελληνικής πόλης – Διθύραμβοι για την επιμονή της προϊσταμένης στην ανασκαφή, αρχαιολόγου Ελένης Κόρκα
The search for Tenea began in 1984 when Korka was just five years into her career (Credit: Credit: Jessica Bateman)

«Σύμφωνα με το μύθο» γράφει, βαθιά εντυπωσιασμένη, η δημοσιογράφος Jessica Bateman, «η πόλη της Τενέας ιδρύθηκε από τους Τρώες, κατά προσέγγιση στη χρονική περίοδο του 1.100 πΧ. Την έχτισαν αιχμάλωτοι πολέμου. Επελέγη το συγκεκριμένο σημείο, διότι ήταν πάνω στο δρόμο μεταξύ Κορίνθου και Μυκηνών. Σύμφωνα με το μύθο, στην Τενέα ανατράφηκε ο Οιδίποδας, αφ’ ότου είχε εκδιωχθεί από τη Θήβα ως βρέφος. Η Τενέα ήταν ήταν μία από τις πιο μεγάλες και τις πλέον οικονομικά ισχυρές πόλεις στην περιοχή της Κορινθίας κατά την αρχαιότητα. Ωστόσο, έως πρόσφατα κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί πού ακριβώς βρισκόταν -ή γιατί χάθηκε από προσώπου γης».

Όπως γράφει η Bateman στην ταξιδιωτική ενότητα του bbc.com, η αναζήτηση της Τενέας ξεκίνησε το 1984. Κάποιοι ντόπιοι αγρότες προσπαθούσαν να ανοίξουν ένα αρδευτικό κανάλι. Κατά τη διάρκεια των εργασιών, σκάβοντας το έδαφος, βρήκαν μια σαρκοφάγο, σπασμένη στα δύο. Απευθύνθηκαν αμέσως στην αρχαιολογική υπηρεσία και ανέφεραν το συμβάν στην, νεαρή τότε αρχαιολόγο, την Ελληνοαμερικανίδα Ελένη Κόρκα, η οποία διένυε μόλις το πέμπτο έτος της στην υπηρεσία.

Korka and her team have uncovered a huge number of coins at the Tenea site, as well as vases, lanterns and tools (Credit: Credit: Jessica Bateman)

«Μόλις είδα τη σαρκοφάγο, κατάλαβα ότι είχαμε να κάνουμε με κάτι μοναδικό» περιέγραψε η Κόρκα στην Bateman ανακαλώντας την κρίσιμη εκείνη στιγμή που ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με μια έρευνα που θα γινόταν για εκείνην έργο ζωής. «Μερικές φορές ένα εύρημα συνδέεται με έναν συγκεκριμένο άνθρωπο. Είναι κάτι που εξελίσσεται σχεδόν σε επίπεδο πνευματισμού» εξηγεί η Ελένη Κόρκα, προσπαθώντας να εξηγήσει το γιατί αφοσιώθηκε στον εντοπισμό και την αποκάλυψη της Τενέας.

The ruins of Tenea were discovered by Greek-American archaeologist Eleni Korka, pictured right (Credit: Credit: Jessica Bateman)

Η σαρκοφάγος που βρήκαν οι αγρότες είχε το σχήμα αμφορέα, διακοσμημένου με λέοντες. Περιείχε έναν σκελετό μαζί με προσφορές στον νεκρό. «Δεν έχουμε βρει ποτέ κάτι που να μοιάζει με αυτό ως προς τον ζωγραφικό διάκοσμο, εξάλλου δεν γνωρίζαμε το πώς θα μπορούσαν να μοιάζουν έργα της αρχαϊκής ζωγραφικής τέχνης. Η σαρκοφάγος ήταν το μοναδικό δείγμα από την αρχαϊκή περίοδο» λέει η δρ Κόρκα.

Η ίδια όμως επισημαίνει στη δημοσιογράφο του BBC ότι ναι μεν οι αρχαιολόγοι δεν είχαν ιδέα πού βρισκόταν η Τενέα, οι αρχαιοκάπηλοι όμως είχαν προηγηθεί. Αγόραζαν οποιοδήποτε θραύσμα αρχαιότητας έβρισκαν οι αγρότες και είχαν δικτυωθεί εγκαίρως στην περιοχή. Εν τω μεταξύ, η αρχαιολογική υπηρεσία δεν έδινε άδεια ανασκαφής και η Ελένη Κόρκα πάσχιζε να προστατεύσει τη θαμμένη πόλη όπως μπορούσε. Το 2010 κατάφερε να ματαιώσει την παράνομη πώληση δύο αγαλμάτων και, τελικά, το 2013 έλαβε την πολυπόθητη άδεια να διενεργήσει αρχαιολογική έρευνα για την Τενέα.

Στη συνέχεια του μακροσκελούς άρθρου, η συντάκτρια διηγείται την εμπειρία της από την περιήγηση στα γύρω χωριά, όπως το Χιλιομόδι. Εκεί η Ελένη Κόρκα, μαζί με τους στενούς συνεργάτες της, τον Κωνσταντίνο Λαγό και τον πασίγνωστο Ιταλό Antonio Corso, μια παγκόσμια αυθεντία στην αρχαιοελληνική γλυπτική, προσπάθησαν να εισάγουν την Jessica Bateman στον ελληνικό μικρόκοσμο. Εξέθεσαν τις ιδιαιτερότητες και τις δυσκολίες κάθε είδους που αντιμετώπισαν, αλλά και τον απίθανο πλούτο των ευρημάτων: Σαρκοφάγοι, τμήματα αγαλμάτων και δεκάδες νομίσματα αναδύονταν από το έδαφος, σε πείσμα, θα έλεγε κανείς, της έλλειψης επαρκούς χρηματοδότησης.

Παρ’ όλα αυτά, η επίσκεψη στην αρχαία Τενέα αποτυπώνεται σαν μια συγκλονιστική εμπειρία. Ιδιαίτερα αφότου η Bateman πληροφορήθηκε ότι πρόκειται για έναν αναλογικά τεράστιο οικισμό, όπου διέμεναν περί τους 100.000 άνθρωποι. Η πλούσια Τενέα διέθετε ακμάζοντα πολιτισμό, με θέατρα, λατρευτικούς χώρους και μια «αγορά», όπου οι πολίτες συναθροίζονταν.

«Έχουμε βρει μόνο την κορυφή του παγόβουνου» δηλώνουν τα μέλη της επιστημονικής ομάδας που προΐσταται των ερευνών στην Τενέα, διαβεβαιώνοντας τη δημοσιογράφο του BBC -και μέσω αυτής οποιονδήποτε πολίτη του κόσμου που ενδιαφέρεται για τις ρίζες του ανθρώπινου πολιτισμού- ότι «η Τενέα θα απασχολεί την αρχαιολογία και την επιστήμη τουλάχιστον για τα επόμενα 100 χρόνια».

Οι εργασίες επικεντρώθηκαν σε δύο κυρίως χώρους: στην περιοχή όπου εκτείνεται οργανωμένο νεκροταφείο ελληνιστικών και ρωμαϊκών χρόνων με συνοδά κτίρια και εγκαταστάσεις και σε έναν δεύτερο χώρο, όπου για πρώτη φορά εντοπίστηκαν και ανασκάφηκαν οικιστικά κατάλοιπα της αρχαίας Τενέας.

Τα τελευταία αποτελούν πλέον αποδείξεις για τον εντοπισμό της αρχαίας πόλης, η ύπαρξη της οποίας καταμαρτυρείται μόνον μέσα από ιστορικές πηγές και επιγραμματικές μαρτυρίες παλαιότερων και σύγχρονων μελετητών. Ταυτόχρονα, διεξήχθη ευρείας κλίμακας επιφανειακή και γεωφυσική έρευνα.

Εντοπίστηκαν επτά νέοι τάφοι. Τέσσερις από αυτούς χρονολογούνται στους ρωμαϊκούς χρόνους και βρίσκονται βόρεια του ταφικού μνημείου, εντός των ρωμαϊκών ταφικών περιβόλων. Σε χαμηλότερο επίπεδο διερευνήθηκαν τρείς τάφοι ελληνιστικών χρόνων, εκ των οποίων ο ένας επαναχρησιμοποιήθηκε κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους. Από τα οστεολογικά κατάλοιπα των εννέα ταφών οι δύο σκελετοί ανήκαν σε ενήλικους άνδρες, οι πέντε σε ενήλικες γυναίκες και οι δύο σε παιδιά. Μάλιστα, σε έναν από τους τάφους εντοπίσθηκε γυναικεία μαζί με παιδική ταφή.

Όλες οι ταφές ήταν πλούσια κτερισμένες με αγγεία, χρυσά, χάλκινα και οστέινα κοσμήματα, στλεγγίδες, νομίσματα κ.α. Μεταξύ των ευρημάτων ξεχωρίζει δαχτυλίδι που φέρει σφραγιδόλιθο με απεικόνιση Σαράπιδος καθήμενου σε θρόνο και πλησίον του τον Κέρβερο στην παραδοσιακή αναπαράστασή του με τις τρεις κεφαλές, ένας λύχνος κορινθιακού εργαστηρίου με παράσταση της Υγείας, χρυσή δανάκη, θησαυρός τριών νομισμάτων που ανήκουν στις πρώτες κοπές της Κορίνθου ως ρωμαϊκή αποικία και χρονολογούνται περί το 44-40 π.Χ. καθώς και αρχαϊκά νομίσματα του ίδιου νομισματοκοπείου, όπως ένας οβολός Κορίνθου του β΄ μισού του 6ου αι. π.Χ. και ένα ασημένιο ημίδραχμο του α΄ μισού του 5ου αι. π.Χ. Διαπιστώνεται ότι, με επίκεντρο την δεξαμενή και μετέπειτα το ρωμαϊκό ταφικό μνημείο, εκτείνεται περιμετρικά οργανωμένο νεκροταφείο ελληνιστικών και ρωμαϊκών χρόνων, που στο σύνολό του απαριθμεί, από τα μέχρις σήμερα ανασκαφικά στοιχεία, τριάντα πέντε τάφους πολλοί εκ των οποίων περιλαμβάνουν περισσότερες από μια ταφές. Ο πλούτος και η ποικιλία των κτερισμάτων πιστοποιεί την διαχρονική ευμάρεια της πόλης και των κατοίκων της.

Βορειότερα του νεκροταφείου, στον δεύτερο χώρο έρευνας, εντοπίστηκε τμήμα κτιριακών εγκαταστάσεων. Συγκεκριμένα, σε έκταση 672τ.μ. ανασκάφηκε τμήμα του οικιστικού ιστού της πόλης, που διέθετε οργανωμένους χώρους με στέγαση και θυραία ανοίγματα. Στο εσωτερικό των χώρων αυτών διατηρούνταν σε καλή κατάσταση πήλινα δάπεδα, καθώς και τμήματα από μαρμάρινα και λίθινα δάπεδα, ενώ κάποιοι από τους τοίχους ήταν ιδιαίτερα επιμελημένοι και έφεραν επίστρωση κονιάματος. Επιστήλια, κιονίσκοι και άλλα αρχιτεκτονικά μέλη εντοπίστηκαν καταπεσμένα στο εσωτερικό των παραπάνω χώρων, καθώς και ένας πυθαμφορέας, ο οποίος βρέθηκε in situ. Στον  ίδιο χώρο στην θεμελίωση ενός τοίχου εντοπίσθηκε εγχυτρισμός με δύο ταφές εμβρύων.

Επιπλέον, σε έναν από τους χώρους, η διερεύνηση του οποίου δεν ολοκληρώθηκε, αποκαλύφθηκε τμήμα πήλινου αγωγού μήκους 3,5μ. Από τον ίδιο χώρο συγκεντρώθηκε μεγάλος αριθμός ψηφίδων. Μόνον από την περιοχή των παραπάνω τομών προέκυψαν περισσότερα από διακόσια νομίσματα, τα οποία χρονολογούνται από τους πρώιμους ελληνιστικούς μέχρι και τους ύστερους ρωμαϊκούς χρόνους. Αρκετά από τα νομίσματα αυτά ανήκουν στην εποχή του Σεπτιμίου Σεβήρου (193-211 μ. Χ.), ενώ εντοπίζονται και σπάνιες τοπικές κοπές διαφόρων πελοποννησιακών πόλεων. Τα νομισματικά ευρήματα δείχνουν ότι ο οικισμός πιθανότατα γνώρισε ιδιαίτερη οικονομική ανάπτυξη στη διάρκεια της δυναστείας των Σεβήρων. Παρατηρείται μεγάλη συγκέντρωση κεραμικής χρηστικών κυρίως αγγείων και  ανάμεσα στα  ευρήματα ξεχωριστή θέση κατέχει απότμημα επιγραφής ρωμαϊκής εποχής και οστέινο ζάρι.

Οι παραπάνω κτιριακές εγκαταστάσεις χρονολογούνται από τους πρώιμους ελληνιστικούς έως και τους ύστερους ρωμαϊκούς χρόνους και διαφαίνεται ότι επεκτείνονται προς όλες τις κατευθύνσεις.

Το σύνολο των φετινών ανασκαφικών στοιχείων μας οδηγεί στην υπόθεση ότι ο οικισμός ενδεχομένως υπέστη τις συνέπειες της επιδρομής του Αλάριχου στην Πελοπόννησο το 396-397 μ. Χ. και ότι ίσως εγκαταλείφθηκε στα χρόνια των αβαροοσλαβικών επιδρομών, στα τέλη του 6ου αιώνα μ. Χ.