Αποτέλεσμα εικόνας για bella ciao italy partizan

Το τραγούδι «Bella Ciao» είναι ιταλικό αντιστασιακό τραγούδι του Β Παγκοσμίου Πολέμου.

Ο δημιουργός του είναι άγνωστος, όπως και η ακριβής χρονολογία που κυκλοφόρησε. Παρ’ όλα αυτά, το τραγούδι χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα ως ύμνος υπέρ της ελευθερίας και της αντίστασης. Έχει μεταφραστεί και διασκευαστεί σε δεκάδες γλώσσες. Αγγλικά, ρωσικά, βοσνιακά, κροατικά, σερβικά, ισπανικά, φιλανδικά, κινεζικά, κουρδικά, τουρκικά, ιαπωνικά και ελληνικά. Το τραγουδούσαν γυναίκες εργάτριες Σύμφωνα με μια θεωρία η μουσική του τραγουδιού προερχόταν από παλιό παραδοσιακό τραγούδι της Ιταλίας. Άλλοι υποστηρίζουν ότι ο ρυθμός του τραγουδιού ηχογραφήθηκε στην Αμερική στις αρχές του 20ου αιώνα και στη συνέχεια μεταφέρθηκε στην Ιταλία από κάποιον μουσικό.

Τα πρώτα λόγια εκτιμάται ότι γράφτηκαν και τραγουδήθηκαν από γυναίκες εργάτριες που δούλευαν σε φυτείες ρυζιού στην κοιλάδα του Πάδου στην βόρεια Ιταλία. Οι γυναίκες έπρεπε να μεταφυτεύουν και προστατεύσουν τους ευαίσθητους βλαστούς από τις αλλαγές τις θερμοκρασίας, αλλά και να απομακρύνουν τα αγριόχορτα από τις καλλιέργειες που εμπόδιζαν την υγιή ανάπτυξη των νέων φυτών. Η διαδικασία πραγματοποιούνταν από το τέλος του Απριλίου μέχρι τις αρχές του Ιουνίου. Οι αγρότισσες που προέρχονταν από τις φτωχότερες κοινωνικές τάξεις δούλευαν κάτω από άθλιες συνθήκες. Ήταν ξυπόλητες και το νερό από τα πλημμυρισμένα χωράφια έφτανε πολλές φορές μέχρι το γόνατο. Παρέμεναν σκυφτές να μαζεύουν τα αγριόχορτα όλη μέρα. Και αυτά για ελάχιστα χρήματα. Οι πρώτοι στίχοι του τραγουδιού κατηγορούσαν τις εξοντωτικές συνθήκες εργασίας των γυναικών κάτω από τον καυτό ήλιο. Μιλά για το καθημερινό μαρτύριο τους στα χωράφια κάτω από την επίβλεψη του σκληρού αφεντικού που στεκόταν δίπλα τους και επέβλεπε «με ένα ραβδί στο χέρι», ενώ εκείνες ήταν σκυμμένες για πολλές ώρες. Οι γυναίκες έλεγαν ότι «για κάθε ώρα που περνά μέσα στα χωράφια, χαραμίζεται η ζωή τους και τα νιάτα τους» αλλά ήλπιζαν ότι θα απελευθερωθούν και ότι «θα έρθει η μέρα που όλες τους θα δουλεύουν ελεύθερες». Η πρώτη καταγραφή του «Bella Ciao» με αυτούς τους στίχους έγινε το 1906 στην πόλη Βερτσέλλι στην ιταλική περιφέρεια, Πεδεμόντιο. Η κακομεταχείρισή τους οδήγησε σε απεργίες και εξεγέρσεις στις αρχές του 20ου αιώνα. Οι αγώνες τους παρακωλύονταν από εργάτες που ήταν διατεθειμένοι να πληρωθούν με ακόμη λιγότερα χρήματα γιατί είχαν ανάγκη από δουλειά. Θεωρήθηκαν απεργοσπάστες. Τα αιτήματα των διαμαρτυρόμενων ικανοποιήθηκαν μερικών στο διάστημα από το 1906 μέχρι το 1909 όταν όλες οι κοινότητες της ιταλικής περιφέρειας Πεδεμόντιο έπρεπε να τηρήσουν το δικαίωμα της οκτάωρης εργασίας. Ιταλοί παρτιζάνοι άλλαξαν τους στίχους με σκοπό να εκφράσουν τον απελευθερωτικό αγώνα τους και την αντίσταση ενάντια στον φασισμό και στα ναζιστικά γερμανικά στρατεύματα. Οι διασκευασμένοι στίχοι μιλούσαν για έναν παρτιζάνο που είδε τους εχθρούς να εισβάλλουν στη χώρα του. Παρακαλούσε τους άλλους παρτιζάνους να τον πάρουν μακριά γιατί «ένιωθε τον θάνατο να πλησιάζει». Σε περίπτωση όμως που πέθαινε την ώρα της μάχης, τους έλεγε να «τον θάψουν κάπου στο βουνό και πάνω του να φυτέψουν ένα όμορφο λουλούδι».

Στη συνέχεια τους ζήτησε να ενημερώσουν «όσους περνούσαν από εκεί ότι είναι το λουλούδι ενός παρτιζάνου που έχασε τη ζωή του για την ελευθερία». Τα γεγονότα του Β Παγκοσμίου Πολέμου είχαν ως αποτέλεσμα να αναπτυχθεί ισχυρό ανταρτικό κίνημα στην Ιταλία που μαχόταν κατά των γερμανικών στρατευμάτων αλλά και της φασιστικής Ιταλίας. Το ιταλικό φασιστικό καθεστώς άρχισε να κλυδωνίζεται τόσο εξαιτίας της ανάπτυξης του λαϊκού κινήματος, όσο και εξαιτίας των στρατιωτικών αποτυχιών σε Ελλάδα, Γιουγκοσλαβία και Σοβιετική Ένωση.Το αποτελείωμα του ήταν η απόβαση των συμμαχικών δυνάμεων στη Σικελία που ξεκίνησε στις 10 Ιουλίου 1943. Το κόμμα του Μουσολίνι αποσταθεροποιήθηκε. Εναντίον του στράφηκαν ακόμη και οι σύντροφοί του. Στις 24 Ιουλίου, στη συνεδρίαση του Μεγάλου Φασιστικού Συμβουλίου, αποφασίστηκε η ανατροπή του Μουσολίνι και ψηφίστηκε η μεταβίβαση της εκτελεστικής εξουσίας στον Βασιλιά Βίκτωρα Εμμανουήλ Γ. Λίγο αργότερα ο Μουσολίνι εξορίστηκε και την πρωθυπουργία ανέλαβε ο στρατάρχης Πιέτρο Μπαντόλιο. Οι εξελίξεις οδήγησαν στην εισβολή ναζιστικών στρατευμάτων και στην κατάληψη μέρους της βόρειας Ιταλίας. Με μία εντυπωσιακή επιχείρηση Γερμανοί αλεξιπτωτιστές απελευθέρωσαν τον Μουσολίνι και τον φυγάδευσαν στα γερμανοκρατούμενα εδάφη. Αρχικά, η κυβέρνηση Μπαντόλιο συνέχισε την κατασταλτική πολιτική του καθεστώτος Μουσολίνι, γεγονός που οδήγησε για εξεγέρσεις. Παράλληλα, προσπάθησε να προσεγγίσει τους Δυτικούς συμμάχους, ενώ ζητούσε από τις δυνάμεις του Άξονα να απαλλάξουν την Ιταλία από σύμμαχο. Όλα αυτά οδήγησαν στην υπογραφή της συμφωνίας για την ιταλική συνθηκολόγηση στις 3 Σεπτέμβρη, ενώ λίγο αργότερα η κυβέρνηση Μπαντόλιο κήρυξε τον πόλεμο κατά της Γερμανίας. Το 1945, ο Μουσολίνι προσπάθησε να διαφύγει στην Ελβετία, αλλά συνελήφθη από Ιταλούς παρτιζάνους και εκτελέστηκε.

Από τότε το τραγούδι «Bella Ciao» έγινε παγκοσμίως γνωστό και έχει εκτελεστεί από καλλιτέχνες σε όλον τον κόσμο, μεταξύ των οποίων είναι ο Μάνου Τσάο, ο Σέρβος συνθέτης Γκόραν Μπρέγκοβιτς και η Μαρία Φαραντούρη. Το τραγούδι πλέον ακούγεται σε κάθε αγώνα για την διεκδίκηση ανθρώπινων δικαιωμάτων. Τον Ιούνιο του 2013 το «Bella Ciao» ακούστηκε στην πλατεία Ταξίμ, όπου πλήθος διαμαρτυρόταν για τη βίαιη διάλυση της καθιστικής διαμαρτυρίας εκατοντάδων οικολόγων που προσπαθούσαν να εμποδίσουν την μετατροπή ενός δημόσιου πάρκου σε εμπορικό κέντρο.
Πηγή: www.mixanitouxronou.gr