Thu. Oct 17th, 2019

Μαρία Κάλλας: 42 χρόνια χωρίς την απόλυτη ντίβα – Η συνταρακτική ζωή της δραματικής καλλιτέχνιδας – (video)

«Προσπαθώ πάντοτε να είμαι αντικειμενική. Με τον εαυτό μου και με τη δουλειά μου. Μπορώ να σας πω, με κάθε εντιμότητα πιστεύω, ότι είμαι η πιο αυστηρή από τους κριτικούς μου».

– Μαρία Κάλλας.

Τα λόγια αυτά δεν είναι καθόλου τυχαία. Αντικατοπτρίζουν, όχι μόνο, ολόκληρη τη ζωή της απόλυτης Ντίβας του λυρικού θεάτρου, αλλά ίσως και τη ψυχοσύνθεση της. Βιώνοντας, από μικρή ηλικία, την αυστηρότητα, εξελίχθηκε σε μια ανεξάρτητη και δυναμική γυναίκα, που με όπλο το θεϊκό χάρισμα της – τη μαγευτική φωνή της – κατάφερε να χαράξει μια μακρά και ανεξίτηλη, στο χρόνο, πορεία. Και το όνομα αυτής: Μαρία Κάλλας.


Τα πρώτα χρόνια μιας θύελλας

Η μικρή Κάλλας, αγκαλιά με τους γονείς της, και τη μεγαλύτερη αδερφή της.

Ήρθε στη ζωή, μια πολύ κρύα και χειμωνιάτικη μέρα, και συγκεκριμένα, στις 4 Δεκεμβρίου του 1923 στη Νέα Υόρκη. Πατέρας της ήταν ο φαρμακοποιός Γεώργιος Καλογερόπουλος, καταγόμενος από το Μελιγαλά Μεσσηνίας, και μητέρα της η Ευαγγελία (Λίτσα) Δημητριάδη, από τη Στυλίδα Φθιώτιδος. Υπήρξαν, όπως και πολλοί άλλοι Έλληνες άλλωστε, οικονομικοί μετανάστες που αναζητούσαν μια καλύτερη τύχη στην Αμερική.

Η Μαρία, λοιπόν, γεννήθηκε την ώρα μιας δυνατής χιονοθύελλας και, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η μητέρα της: «σήμερα αυτό μου φαίνεται συμβολικό, γιατί έκτοτε δεν έπαψε ποτέ να αποτελεί η ίδια μια εστία θύελλας». Μάλιστα, εκτός των άλλων, αναφέρει πως, όταν της έφεραν τη νεογέννητη Μαρία, εκείνη αρνήθηκε να την κοιτάξει.

Περίμενα αγόρι. Αυτό το κοριτσάκι δε με ενδιέφερε. Είχα κιόλας μια κόρη 6 ετών, την Υακίνθη μου, που τη φωνάζουμε Τζάκι, και είχα χάσει το μοναχογιό μου, τον Βασίλη, το πολυαγαπημένο μου μωρό, που δεν είχε καλά καλά κλείσει τα τρία. Από το θάνατό του δε σταμάτησα να προσεύχομαι, ζητώντας να έρθει ένας άλλος γιος, να γεμίσει το κενό που είχε αφήσει στην καρδιά μου.

Παρ’ όλα αυτά, μετά από λίγες μέρες, βλέποντας το όμορφο προσωπάκι της κορούλας της με τα μεγάλα μάτια και τα μαύρα σγουρά μαλλάκια, όλα αυτά αναιρέθηκαν και σβήστηκαν μονομιάς.

Το όνομα που αποφάσισαν να δώσουν στο κοριτσάκι τους, δεν ήταν μόνο ένα. Τρία χρόνια αργότερα, βαφτίστηκε Σοφία Άννα Μαρία Καικιλία. Την ίδια περίπου εποχή, άλλαξαν -με δικαστική απόφαση- το επίθετο Καλογερόπουλος, καθώς αρκετοί Αμερικάνοι δυσκολεύονταν στη σωστή προφορά του, και πήραν το επίθετο Κάλλας.


Η ανακάλυψη του χαρίσματος και οι πρώτοι ρόλοι

Η Κάλλας εντυπωσίασε τη μητέρα της, με την ονειρεμένη της φωνή, σε ηλικία τεσσάρων, μόλις, ετών. Ωστόσο, η οριστική συνειδητοποίηση του μουσικού της ταλέντου έγινε, όταν εκείνη έφθασε τα δέκα έτη. Έτσι, ξεκίνησαν οι μουσικές της σπουδές.

Η μητέρα μου δε μου έδινε σημασία και δε μου έλεγε ποτέ μια καλή κουβέντα. Για να την κάνω να με προσέξει, έπρεπε να τραγουδώ. Ήξερα πως είχα ωραία φωνή και μου έκανε καλό να προκαλώ θαυμασμό όταν τραγουδούσα. Έτσι, το τραγούδι έγινε προοδευτικά το φάρμακο κατά των συμπλεγμάτων μειονεξίας που ένιωθα.

-Απόσπασμα συνέντευξης της σοπράνο, στο περιοδικό ΤΙΜΕ, το 1956.

Το 1937 οι γονείς της πήραν την απόφαση να χωρίσουν, με αποτέλεσμα η έφηβη Μαρία να μετακομίσει στην Αθήνα, μαζί με τη μητέρα της και την αδερφή της. Συνέχισε, βεβαίως, τις μουσικές της σπουδές και στην Αθήνα, με αποκορύφωμα το διάστημα 1940-1944, κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, όπου έγινε και η ουσιαστική αρχή της πορείας της. Παράλληλα, συνέχιζε τις σπουδές στο ωδείο και τραγουδούσε γερμανικά λίντερ, άριες και πήρε τον πρώτο ρόλο σε δύο μαθητικές παραστάσεις, στο «Χορομεταμφιεσμένων» και στην «Αΐντα» του Βέρντι, που έλαβαν χώρα στο Βασιλικό Θέατρο, μέχρι που προσελήφθη ως πρωταγωνίστρια του θιάσου του Βασιλικού Θεάτρου. Και όλα αυτά σε ηλικία, μόλις, 17 ετών(!). Ακολούθησε ένας σημαντικός ρόλος στη «Τόσκα» και στο «Φιντέλιο», της μοναδικής όπερας του μεγάλου Μπετόβεν, όπου και αποθεώθηκε. Συνέχισε με τον πρώτο ρόλο στη «Τζιοκόντα» του Πονκιέλι, που της απέφερε μεγάλα κέρδη και συμβόλαια.


Δύο καταλυτικές συναντήσεις

Με το σύζυγό της, Τζιοβάνι Μπατίστα Μενεγκίνι.

Ο ρόλος της «Τζιοκόντα» έφερε την Κάλλας σε επαφή με δύο σημαντικούς άντρες. Τον διευθυντή ορχήστρας, Τούλιο Σεραφίν, ο οποίος είχε υπάρξει διευθυντής ορχήστρας στη Σκάλα του Μιλάνου, στη Μητροπολιτική Όπερα της Νέας Υόρκης και ήταν διάσημος σε ολόκληρο τον κόσμο. Μετά τη γνωριμία τους, η Κάλλας ερμήνευσε την Ιζόλδη, από το «Τριστάνος και Ιζόλδη», στη Βενετία, υπό την καθοδήγηση του.

Ο άλλος άντρας ήταν ένας πλούσιος κατασκευαστής τούβλων και οικοδομικών υλικών, και κατά πολλά χρόνια μεγαλύτερος της, ο Τζιοβάνι Μπατίστα Μενεγκίνι. Έναςάντρας που τη λάτρεψε από την πρώτη στιγμή, την ερωτεύθηκε παράφορα και τη ζήτησε -σχεδόν αμέσως- σε γάμο.

Η Μαρία επαναλαμβάνει συνέχεια ότι την εποχή που γνώρισε τον Μενεγκίνι ήταν χοντρή και άσχημη, «αποκρουστική», και ότι του ήταν ευγνώμων για το θαυμασμό του, επειδή πολύ λίγοι άνδρες την κοίταζαν. Στην πραγματικότητα, πολλοί ήταν εκείνοι που την έβλεπαν, όπως εκείνος, με θαυμασμό, και στη ζωή της δεν είχε υπάρξει «αποκρουστική». Είχε, είναι η αλήθεια, λίγη αυτοπεποίθηση. Της χρειαζόταν κάποιος για να στηρίζεται, κάποιος για να τη συμβουλεύει, όπως είχα κάνει εγώ. Ο Μενεγκίνι, πιστεύω, το είχε καταλάβει.

– απόσπασμα συνέντευξης της μητέρας της. 

Κατάληξη των δύο μοιραίων γνωριμιών ήταν ο γάμος της με τον Μενεγκίνι, στις 21 Απριλίου 1949, και η συνεργασία της με τον Σεραφίν. Ο σύζυγος της έγινε μάνατζερ της και άσκησε καταλυτική επιρροή στην καριέρα της, υποβάλλοντάς την σε δίαιτα, με σκοπό να αποκτήσει καλύτερη εμφάνιση, και αποτρέποντάς την από κάθε βιοτική ενασχόληση, με την οικονομική κάλυψη, που της παρείχε. Η ίδια, λοιπόν, δούλευε ακατάπαυστα και εξαντλητικά με τον περίφημο διευθυντή ορχήστρας, ο οποίος την εκπαίδευε πολύ σκληρά, με σκοπό να αναδείξει το λαμπερό άστρο της. Κάτι που, φυσικά, όλοι γνωρίζουμε πως πραγματοποιήθηκε. Τον ίδιο χρόνο, η Κάλλας έκανε καλλιτεχνικές εμφανίσεις στο Μπουένος Άιρες, και το 1950 στο Μεξικό.Η Κάλλας με παραπανίσια κιλά.


Το χρονικό της δόξας

Το 1951 και μετά από σκληρή εκπαίδευση, η Κάλλας άνοιξε τη σαιζόν στη Σκάλα του Μιλάνου με τους Σικελικούς Εσπερινούς. Από τότε, και για τα επόμενα 7 χρόνια, η Σκάλα ήταν η σκηνή των μέγιστων θριάμβων της σε ένα ευρύ φάσμα ρόλων. Το 1955 ανεβάζει την ιστορική παράσταση της «Τραβιάτα» του Βέρντι, σε σκηνοθεσία Λουκίνο Βισκόντι.

«Νόρμα».

Στις 27 Οκτωβρίου 1956 εμφανίστηκε για πρώτη φορά στη Μητροπολιτική Όπερα της Νέας Υόρκης ως Νόρμα, στο ομώνυμο έργο του Μπελλίνι. Στις 5 Αυγούστου 1957 επιστρέφει στην Αθήνα και εμφανίζεται στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού, στα πλαίσια του Φεστιβάλ Αθηνών.

Μετά από 3 χρόνια, η Μαρία Κάλλας ερμήνευσε στο Αρχαίο θέατρο Επιδαύρου τη «Νόρμα» του Βιντσέντζο Μπελίνι, έργο, το οποίο η ίδια είχε ζητήσει για την πρώτη της εμφάνιση στο αρχαίο θέατρο. Δεν έχανε ποτέ την ευκαιρία να ξαναζήσει το δράμα και το πάθος της ηρωίδας. Τη στιγμή που τραγουδούσε την άρια «Κάστα ντίβα», αφέθηκαν στην ορχήστρα δύο λευκά περιστέρια, προκαλώντας θύελλα χειροκροτημάτων. Στο τέλος, ο ενθουσιασμός του κοινού ήταν τόσο μεγάλος, που κάλεσαν την Κάλλας 10 φορές στη σκηνή.

Στις 6 Αυγούστου του 1961, η Μαρία Κάλλας ερμήνευσε στο Αρχαίο θέατρο Επιδαύρου, τη «Μήδεια» του Λουίτζι Κερουμπίνι, με την Εθνική Λυρική Σκηνή. Στην παράσταση συμμετείχαν περισσότερα από 200 πρόσωπα.

Η κατάληξη υπήρξε θριαμβευτική και η ίδια αποθεώθηκε από τους 17.000 θεατές της βραδιάς, ανάμεσα στους οποίους ήταν ο πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής, ο υπουργός Προεδρίας Κωνσταντίνος Τσάτσος, η κοσμικογράφος Έλσα Μάξγουελ και ο πρίγκιπας Πέτρος του Μονακό. Μετά ήρθε η σειρά της Σκάλας του Μιλάνου, το Δεκέμβριο.

Ο σημαντικότερος ρόλος της ζωής της, αυτός της «Μήδειας».

Τον Ιανουάριο του 1964 η Μαρία Κάλλας πείθεται από το Φράνκο Τζεφιρέλι να συμμετάσχει σε μία νέα παραγωγή της «Τόσκα» στη σκηνή του Κόβεντ Γκάρντεν (Covent Garden).

Η παράσταση εκθειάζεται από τους κριτικούς, ενώ ακολουθεί την ίδια χρονιά, νέος καλλιτεχνικός θρίαμβος στην Όπερα των Παρισίων με τη Νόρμα. Παρά τα φωνητικά προβλήματα που είχε αρχίσει να αντιμετωπίζει, το παρισινό κοινό την υποδέχτηκε θερμά. Στις 5 Ιουλίου 1965 εμφανίστηκε τελευταία φορά σε παράσταση όπερας στο Κόβεντ Γκάρντεν, ως Τόσκα, σε σκηνοθεσία Φράνκο Τζεφιρέλι.


Η μοιραία γνωριμία με τον Αριστοτέλη Ωνάση

Με το μεγιστάνα, Αριστοτέλη Ωνάση.

Η γνωριμία τους έγινε σε μια δεξίωση που διοργάνωσε η Έλσα Μάξγουελ, το 1957. Με το που αντίκρυσε ο Έλληνας μεγιστάνας τη γοητευτική ντίβα της όπερας, μαγεύτηκε, όμως, τα χέρια του ήταν δεμένα. Ήταν και οι δύο παντρεμένοι, ευρισκόμενοι σε ένα χώρο γεμάτο ανθρώπους. Έχοντας έντονο το μεσογειακό του ταμπεραμέντο και γοητευμένος από τη διάσημη σοπράνο, προσκάλεσε την ίδια και το σύζυγό της, Μενεγκίνι, σε κρουαζιέρα, με την πολυτελή θαλαμηγό του. Το πάθος του ήταν ασυγκράτητο, που δεν τον εμπόδιζε ούτε ο Μενεγκίνι, ούτε και η σύζυγος του, Τίνα Λιβανού. Όταν διεκδικούσε μια γυναίκα, ο Ωνάσης δεν είχε αναστολές. Συνεπώς, μια από εκείνες τις νύχτες, ο Ωνάσης και η Κάλλας εγκατέλειψαν τη θαλαμηγό με μια βάρκα, για να απομονωθούν σε μία ήσυχη παραλία. Φήμες λένε, ότι στη βάρκα έκαναν έρωτα για πρώτη φορά. Αυτή, λοιπόν, ήταν η αρχή μιας μοιραίας και έντονης σχέσης.

Ο Ωνάσης πήρε αμέσως διαζύγιο από την Τίνα Λιβανού, ενώ η Κάλλας, χώρισε σχεδόν τρεις μήνες μετά. Ο σύζυγος της δεν της παραχωρούσε το πολυπόθητο διαζύγιο, συνεπώς, εκείνη αναγκάστηκε να αποποιηθεί την αμερικανική υπηκοότητα, να λάβει την ελληνική, ούτως ώστε να μπορέσει να ακυρωθεί ο γάμος τους.

Το ίδιο μεσογειακό ταμπεραμέντο που διέθετε ο Ωνάσης, το είχε και η Κάλλας. Έτσι, ο έρωτας τους ήταν έντονος. Βέβαια, τα πάθη -όσο έντονα και δυνατά ξεκινούν, τόσο γρήγορα ξεφουσκώνουν-. Το ίδιο έγινε, και με το ζευγάρι. Πιο συγκεκριμένα, το ίδιο συνέβη με τον Αριστοτέλη, ο οποίος άρχισε να απομακρύνεται από τη σύντροφό του. Από την άλλη, η Κάλλας, -αισθανόμενη ίσως την απομάκρυνση αυτή-, είχε αραιώσει τις εμφανίσεις της στην όπερα και περνούσε ατέλειωτες ώρες στη θαλαμηγό, περιμένοντάς τον.

Η σχέση του ζευγαριού διήρκεσε σχεδόν 10 χρόνια. Το 1968, ο Ωνάσης είχε ήδη βρει τον επόμενο του στόχο και σχεδίαζε την κατάκτησή του. Ο στόχος του ήταν η πιο διάσημη χήρα του κόσμου, η Τζάκι Κένεντι. Ενώ, λοιπόν, η σοπράνο ήλπιζε να φτάσουν επιτέλους τα σκαλιά του γάμου, και ενώ είχε υποψιαστεί το ενδιαφέρον του αγαπημένου της για την Τζάκι, αυτό που της συνέβη, σίγουρα δεν το περίμενε. Πληροφορήθηκε -από την τηλεόραση-, ότι ο Αριστοτέλης Ωνάσης είχε κάνει πρόταση στην Τζάκι(!).

Η απότομη πληροφόρηση και ο -ακόμα πιο απότομος- χωρισμός, είχαν οδυνηρά αποτελέσματα για την Κάλλας. Η άλλοτε δυναμική ντίβα, μεταμορφώθηκε σε μια απεριποίητη και αντικοινωνική γυναίκα.  Αδιαφορούσε για την εμφάνισή της και κυκλοφορούσε με λιτά μαλλιά (το σύμβολο του θρήνου στις αρχαίες τραγωδίες), άβαφη και πρόχειρα ντυμένη. Έμενε πολλές ώρες κλεισμένη στο δωμάτιο, θρηνώντας τη χαμένη της αγάπη, όμως, τις σπάνιες φορές που εμφανιζόταν δημόσια, προσπαθούσε να φαίνεται δυνατή και ψύχραιμη. Υποστήριζε, ότι ο χωρισμός αποφασίστηκε από κοινού με τον Ωνάση, και προσπαθούσε να φαίνεται έτοιμη να προχωρήσει τη ζωή της. Τέλος, αδυναμία παρουσίασε και η φωνή της, η οποία άρχιζε σιγά σιγά να αλλοιώνεται.

Πολύ αργότερα, συνειδητοποίησε ότι ο Ωνάσης δεν έπαψε ποτέ να την αγαπά. Ακόμα και αν ήταν παντρεμένος, δε δίσταζε να επισκέπτεται την αγαπημένη του Μαρία και να ζει κάποιες στιγμές μαζί της, καθώς η αγάπη τους ήταν ιδιαίτερη. Ο Ωνάσης κυνηγούσε ένα στόχο και μόλις τον αποκτούσε, έθετε τον αμέσως επόμενο. Αυτό που αξίζει να σημειωθεί, είναι πως η σχέση του με τη σοπράνο, ήταν και η μακροβιότερη που είχε στη ζωή του. Η Κάλλας, από την άλλη, γνώριζε το χαρακτήρα του και τον αποδεχόταν, γιατί πολύ απλά τον λάτρευε. Έτσι, στάθηκε στο πλευρό του, μέχρι και το τέλος της ζωής του.


Κλείσιμο αυλαίας

Η κινηματογραφική εκδοχή της Μήδειας του Ευριπίδη, σε σκηνοθεσία Πιερ-Πάολο Παζολίνι (1969), ήταν από τις τελευταίες της δουλειές. Επιπλέον, είχε ηχογραφήσει δίσκους, δίδασκε όπερα στη μουσική σχολή Τζούλιαρντ της Νέας Υόρκης και έδινε ρεσιτάλ με ένα παλιό της γνώριμο, τον ιταλό τενόρο Τζουζέπε Ντι Στέφανο, που κι αυτός αντιμετώπιζε φωνητικά προβλήματα. Η τελευταία της εμφάνιση έγινε στην πόλη Σαπόρο της Ιαπωνίας, στις 11 Δεκεμβρίου του 1974.

Έκτοτε, η Μαρία Κάλλας κλείστηκε στο διαμέρισμά της στο Παρίσι και στον εαυτό της. Η μεγάλη ντίβα του λυρικού θεάτρου έφυγε από τη ζωή το πρωί της 16ης Σεπτεμβρίου 1977, από καρδιακή προσβολή, σε ηλικία 54 ετών.


Με πληροφορίες από maxmag.gr