Thu. Sep 24th, 2020

Αρχαία Σικυώνα: Η ταφή με τα σανδάλια του νεκρού και τα ευρήματα που ενισχύουν το ενδεχόμενο εντοπισμού αρχαϊκής πόλης

Μοναδικά ευρήματα που ενισχύουν το ενδεχόμενο εντοπισμού αρχαϊκής πόλης ήρθαν στο φως στην Αρχαία Σικυώνα.

Το πιο σημαντικό καλλιτεχνικό κέντρο της Πελοποννήσου. Η πατρίδα του γνωστού γλύπτη Λύσιππου και κέντρο ανάπτυξης της τέχνης της ζωγραφικής στην αρχαιότητα.

Στον αρχαιολογικό χώρο μπορείτε να δείτε το επιβλητικό θέατρο, το γυμνάσιο, το στάδιο, το βουλευτήριο, αλλά τον ναό του 6ου αι. π.Χ. που κατά τους χριστιανικούς χρόνους μετατράπηκε σε βασιλική. Εντυπωσιακά είναι τα ρωμαϊκά λουτρά που σήμερα στεγάζουν το Αρχαιολογικό Μουσείο.

theatre-sikyonas
view of museum of sikyon

λοι γνωρίζουμε την αρχαία Κόρινθο και το Αργος. Πόσοι όμως ξέρουμε κάτι για την αρχαία Σικυώνα, που βρίσκεται μόλις 18 χιλιόμετρα βορειοδυτικά της Κορίνθου και που ήταν ένα από τα πιο σημαντικά κέντρα τέχνης της αρχαιότητας; Μια σοβαρή ένδειξη της ακμής της αρχαίας αυτής πόλης κράτους είναι ο θησαυρός των Σικυωνίων (5ος αι. π.X.) στους Δελφούς, τον οποίο είναι δύσκολο να ξεχάσει όποιος επισκεφθεί τους Δελφούς.
H Σικυώνα ήκμασε κατά την αρχαϊκή περίοδο κάτω από την τυραννία των Ορθαγοριδών και ιδιαίτερα του Κλεισθένη, παππού του Κλεισθένη των Αθηνών, που θεμελίωσε τη δημοκρατία. Από τις αρχές του 5ου αι. π.X., την περίοδο των Περσικών πολέμων, αποκαταστάθηκε η τοπική αριστοκρατία, ώσπου τον 4ο αι. π.X. η πόλη βρέθηκε υπό τη σύντομη κυριαρχία του Επαμεινώνδα των Θηβών και έπειτα των Μακεδόνων. Μετά την καταστροφή της Κορίνθου από τους Ρωμαίους το 146 π.X. η Σικυώνα γνώρισε νέα άνθηση, αλλά το 87 π.X. λεηλατήθηκε από τον Σύλλα.
Ηδη από την αρχαϊκή περίοδο η Σικυώνα διακρίθηκε στη γλυπτική, τη ζωγραφική και τη μεταλλοτεχνία. Ο Σικυώνιος γλύπτης Κάναχος των τελών του 6ου αι. π.X. ήταν αυτός που εισήγαγε την κατασκευή κολοσσιαίων αγαλμάτων. Πολλοί άλλοι ονομαστοί γλύπτες ακολούθησαν και συνετέλεσαν στη διάδοση της φήμης της σχολής της γλυπτικής της Σικυώνας. Το όνομα του Κλέωνος Σικυώνιου (Κλέων Σικυώνιος εποίησεν) των αρχών του 4ου αι. π.X. μπορεί και σήμερα να το διακρίνει κανείς χαραγμένο στη βάση ενός από τους Ζάνες (αγάλματα του Διός στημένα αμέσως πριν από την είσοδο του σταδίου στην Ολυμπία), τα οποία κατασκευάζονταν με χρήματα από πρόστιμα που επιβάλλονταν σε αθλητές, οι οποίοι παραβίαζαν τους κανόνες των Ολυμπιακών Αγώνων και δέχονταν δωροδοκίες.

Το σχέδιο και η ζωγραφική
Αλλά και η ζωγραφική σχολή της Σικυώνας ήταν περίφημη στην αρχαιότητα. Σύμφωνα με την παράδοση, η ζωγραφική και το σχέδιο θεμελιώθηκαν και τελειοποιήθηκαν εκεί. Αρκεί να αναφερθεί ότι ο μεγαλύτερος ζωγράφος της αρχαιότητας, ο Απελλής (352-308 π.X.), ο αγαπημένος του Μεγάλου Αλεξάνδρου, σπούδασε στη Σικυώνα και πλήρωσε ένα μεγάλο ποσό στη σχολή για να φοιτήσει. H παράδοση λέει ότι το έργο του Απελλή στον ναό της Αρτέμιδος στην Εφεσο παρουσίαζε τον Αλέξανδρο να κρατάει κεραυνό προσομοιάζοντάς τον με τον Δία και τα δάχτυλα του χεριού που κρατούσε τον κεραυνό νόμιζε κανείς πως έβγαιναν από την εικόνα. H πολύ αξιόλογη καλλιτεχνική παράδοση της Σικυώνας διατηρήθηκε μέχρι τη ρωμαϊκή εποχή.
Το 303 π.X. είναι σημαντικό ορόσημο, διότι ο Μακεδόνας Δημήτριος ο πολιορκητής μετέφερε την πόλη σε πιο ασφαλή θέση. H αρχαϊκή και κλασσική Σικυώνα ήταν παραθαλάσσια και βρισκόταν εκεί περίπου που είναι το σημερινό Κιάτο. Ο Δημήτριος, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Πλούταρχου, τη μετέφερε ψηλότερα, στους ανατολικούς πρόποδες της αρχαίας ακρόπολης κοντά στο σημερινό χωριό Βασιλικό. H νέα πόλη προσωρινά μόνο ονομάστηκε Δημητριάς.
H πρόσβαση μετ’ εμποδίων
Την ελληνιστική λοιπόν Σικυώνα μπορεί κανείς να επισκεφθεί σήμερα. Ενας πανέμορφος αρχαιολογικός χώρος, στον οποίο δεσπόζει το ελληνιστικό θέατρο, που σώζεται σε πολύ καλή κατάσταση και έχει θέα προς τη θάλασσα. Εκτός από τη σκηνή, την ορχήστρα και τα εδώλια του θεάτρου, ιδιαίτερη εντύπωση προκαλούν οι δύο κεραμοσκεπείς δίοδοι μήκους 16 μέτρων, που βλέπει κανείς στα δύο άκρα που οδηγούν στο άνω διάζωμα και εξυπηρετούσαν την είσοδο και έξοδο των θεατών.
Εκτός από το θέατρο, η πόλη έχει να επιδείξει μία σειρά από κτίρια χαρακτηριστικά των ελληνιστικών πόλεων: ναό αφιερωμένο στην κεντρική θεότητα (Αρτεμη ή Απόλλωνα), στοά, βουλευτήριο, που ήταν το κέντρο της ελληνιστικής αγοράς, μεγάλο γυμνάσιο διαμορφωμένο σε δύο επίπεδα και στάδιο στα βορειοδυτικά του θεάτρου.

Πώς φτάνει όμως κανείς ως εκεί; Από την εθνική οδό παίρνει την έξοδο για Κιάτο. Αυτό πρέπει κανείς να το συμπεράνει παρατηρώντας τον χάρτη, διότι πινακίδα δεν υπάρχει. Οταν φτάσει στα πρώτα κατοικημένα σημεία της ευρύτερης περιοχής του Κιάτου, πρέπει να ρωτήσει, διότι σήμανση δεν υπάρχει. Περνάει κανείς κάποιες σιδηροδρομικές γραμμές και στρίβει αμέσως δεξιά και μετά πάλι δεξιά, αν βέβαια έχει επιστρατεύσει όλη του την προσοχή και δεν έχει προσπεράσει την επίμαχη διασταύρωση. Από κει και πέρα ξεκινάει μια ανοδική πορεία, η οποία έχει κατά διαστήματα μικρές πινακίδες, όμως η αίσθηση ανασφάλειας του οδηγού παραμένει. Γιατί άραγε να μην υπάρχει σήμανση που να βοηθά τον επισκέπτη να πηγαίνει εύκολα στον προορισμό του;
Οταν φτάσει ο επισκέπτης στην είσοδο του αρχαιολογικού χώρου εντυπωσιάζεται, καθώς αντικρίζει απέναντί του το κοίλο του θεάτρου και στα δεξιά του το τοπικό μουσείο. Το μουσείο αυτό είναι από τα πιο ωραία κτίσματα που μπορεί κανείς να φανταστεί. Είναι και αυτό ένα μνημείο, καθώς είναι το αρχικό πλινθόκτιστο υστερορρωμαϊκό λουτρό, του οποίου οι τοίχοι διατηρούνταν σε πολύ καλή κατάσταση και το κτίσμα αυτό μετατράπηκε σε μουσείο στα τέλη της δεκαετίας του 1930. H αυλή του, στην οποία έχουν τοποθετηθεί αρχαία, περικλείεται από πλινθόκτιστους τοίχους και έχει μία σιδερένια καγκελόπορτα, από την οποία μπορεί κανείς να δει το εσωτερικό της αυλής. Χάρμα οφθαλμών!
Το μουσείο όμως είναι κλειστό εδώ και 20 χρόνια. Ο φύλακας στον οποίο μιλήσαμε μας είπε χαρακτηριστικά: «Ξέρεις τι θα πει να φυλάς ένα κλειστό μουσείο για 20 χρόνια;». Πράγματι, πολύ λυπηρό.
Προφανώς λείπουν κάποια χρήματα για να μπορέσει να ανοίξει αυτό το εξαίρετο, αν μη τι άλλο, κτίσμα στο κοινό.
Οι έρευνες και τα ευρήματα


Οι ανασκαφές στη Σικυώνα άρχισαν στα τέλη του 19ου αιώνα από την Αμερικανική Σχολή Κλασσικών Σπουδών. Κατόπιν συνεχίστηκαν από την Αρχαιολογική Εταιρεία με τον A. Φιλαδελφέα (1920-26) και τον Αναστάσιο Ορλανδό (1935-41 και 1951-54). Πιο πρόσφατα (1984) ανασκαφικές έρευνες διεξήγαγε η πρώην έφορος Αρχαιοτήτων κυρία Π. Κρυστάλλη-Βότση. Υπεύθυνη για τις ανασκαφές όλου του αρχαιολογικού χώρου και της ευρύτερης περιοχής είναι η 4η Εφορεία Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων.
Αν κανείς θελήσει να επισκεφθεί τη Σικυώνα, θα πρέπει να πάρει μαζί του τον Παυσανία, ο οποίος στο δεύτερό του βιβλίο (Κορινθιακά, κεφ. 5-10) παρέχει πλείστες πληροφορίες για τη μυθολογία, την ιστορία και τα μνημεία της Σικυώνας. Δύο είναι τα απλοϊκά ερωτήματα που ανακύπτουν: Αραγε είναι τόσο δύσκολο να γίνει σωστή σήμανση του δρόμου ώστε η ανεύρεση του αρχαιολογικού χώρου να μη μεταβάλλεται σε πορεία μέσα σε λαβύρινθο;
Και ακόμη πότε επιτέλους θα βρεθούν οι απαραίτητες (μηδαμινές) πιστώσεις για να ανοίξει τις πύλες του το σημαντικό αυτό μουσείο που παραμένει επί είκοσι χρόνια κλειστό;
Ζητάω, αλήθεια, πολλά;

Mοναδικά αρχαία ευρήματα που ενδυναμώνουν το ενδεχόμενο εντοπισμού της αρχαϊκής πόλης ήρθαν στο φως στην Αρχαία Σικυώνα, στην περιοχή του Αγίου Κωνσταντίνου, μετά από τετραετή διεπιστημονική έρευνα.    «Οικιστικά κατάλοιπα της Κλασικής και Ύστερης Κλασικής περιόδου, αποτελούμενα από εσωτερικά δωμάτια οικιών και τμήματα οικιακών εργαστηρίων ήρθαν στο φως κατά τη διεπιστημονική έρευνα στην Αρχαία Σικυώνα και συγκεκριμένα στην περιοχή του Αγίου Κωνσταντίνου. Ξεχωρίζουν τα βοτσαλωτά ψηφιδωτά δάπεδα και τα δάπεδα από ασβεστοκονίαμα, καθώς και οι επενδυμένοι τοίχοι με ερυθρό και κίτρινο κονίαμα. Η εύρεση κεραμικής του 6ου αι. π.Χ. σε στρωματογραφικές ενότητες, άμεσα σχετιζόμενες με αρχιτεκτονικά κατάλοιπα, ενδυναμώνει το ενδεχόμενο εντοπισμού της αρχαϊκής πόλης της Σικυώνας σε αυτή την περιοχή».   Τα παραπάνω ενημερώνει το υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού στην ανακοίνωσή του, που αναφέρεται στα αποτελέσματα του διεπιστημονικού ερευνητικού προγράμματος «Αρχαία Σικυώνα» (2015-2019).   Σύμφωνα πάντα με το ΥΠΠΟΑ, το ανασκαφικό σκέλος της διεπιστημονικής πενταετούς έρευνας ολοκληρώθηκε την Παρασκευή 2 Αυγούστου 2019. Το πρόγραμμα αποτελεί συνεργασία της Εφορείας Αρχαιοτήτων Κορινθίας, του Εθνικού Μουσείου της Δανίας και του Ινστιτούτου της Δανίας στην Αθήνα, υπό τη διεύθυνση του Επίκουρου Καθηγητή Κλασικής Αρχαιολογίας Κωνσταντίνου Κίσσα και της dr Silke Müth-Frederiksen, επικεφαλής από δανικής πλευράς.   Αεροφωτογραφία του Ηρώου από ΝΑ (κλασική περίοδος)   Ταφικό μνημείο στη θέση Ζόγερι (ύστερη κλασική – πρώιμη ελληνιστική περίοδος).     Η χρηματοδότησή του προέρχεται από χορηγία του Ιδρύματος Carlsberg. Το πεδίο των ερευνών (8 τ.χλμ.) τοποθετείται στην παράκτια πεδιάδα του Κιάτου. Στόχος του προγράμματος είναι η συστηματική έρευνα της «Προελληνιστικής» πόλης της Σικυώνας, πριν αυτή μεταφερθεί σε παραπλήσιο πλάτωμα το 303 π.Χ. από τον Δημήτριο Πολιορκητή.   «Κατά τα δύο πρώτα έτη της έρευνας (2015-2016), διεξήχθησαν αρχαιολογική επιφανειακή έρευνα και εκτεταμένες γεωφυσικές διασκοπήσεις, τα αποτελέσματα των οποίων τοποθετούν τον πυρήνα της παλαιάς πόλης στην ευρύτερη περιοχή του Αγίου Κωνσταντίνου, στο νοτιοδυτικό τμήμα του πεδίου ερευνών», πληροφορεί το Υπουργείο Πολιτισμού στην ανακοίνωσή του.  

«Επιπλέον, η περιοχή του λιμανιού της Σικυώνας φαίνεται πως τοποθετείται στο νοτιοανατολικό άκρο της σύγχρονης πόλης του Κιάτου, όπου η γεωαρχαιολογική έρευνα μέσω πυρηνοληψιών και οι σεισμικές μετρήσεις κατέγραψαν τη διαμόρφωση λιμενολεκάνης. Στη συνέχεια (2017-2019), πραγματοποιήθηκε ανασκαφική έρευνα σε διάφορες ζώνες της παράκτιας πεδιάδας», συμπληρώνει το αρμόδιο Υπουργείο.   

Ταφική πυρά στο νότιο τμήμα του ταφικού μνημείου (350-275 π.Χ.).   Αρχιτεκτονικά κατάλοιπα στην περιοχή Ζόγερι (κλασική περίοδος).   Επιπλέον, σημειώνονται τα εξής:   Κτίριο κλασικής περιόδου ανασκάφηκε στη θέση Άγιος Νικόλαος   Στη θέση Άγιος Νικόλαος ανασκάφηκε κτίριο της Κλασικής περιόδου το οποίο ταυτίζεται με Ηρώο. Το ορθογώνιο κτίριο (6,30 x 4,40 μ.) με προσανατολισμό Β-Ν ήταν μερικώς υπόγειο ενώ έφερε ανωδομή από πλίνθους και στέγη από κεράμους λακωνικού τύπου.   Στη ΒΑ γωνία, η μονολιθική κλίμακα με τρεις βαθμίδες εξασφάλιζε την απευθείας πρόσβαση σε διαμορφωμένη και οριοθετημένη με λίθινο πεσσίσκο επιφάνεια του φυσικού βράχου, στην οποία είχαν διανοιχθεί τρεις λαξευτοί τάφοι της Αρχαϊκής περιόδου. Και οι τρεις τάφοι έφεραν πολλαπλούς ενταφιασμούς στο εσωτερικό τους, αλλά μόνο ένας εξ αυτών είχε κτεριστεί με ένα χρηστικό αγγείο και εννέα σφαιρικούς αρύβαλλους της Πρώιμης ή Μέσης κορινθιακής περιόδου (610-555 π.Χ.).  

Αμέσως νότια του Ηρώου ερευνήθηκε ταφή του 5ου αι. π.Χ. τοποθετημένη σε μονολιθική σαρκοφάγο και κτερισμένη με τα σανδάλια του νεκρού, από τα οποία διασώθηκε το σιδερένιο περίγραμμα της σόλας. Το κτίριο, στο οποίο διακρίνονται τουλάχιστον δύο οικοδομικές φάσεις της Κλασικής περιόδου, φαίνεται πως έπαψε να λειτουργεί στο β΄ μισό του 4ου αι. π.Χ. Η στρωματογραφική ενότητα που συνδέεται με την καταστροφή και εγκατάλειψή του, απέδωσε πλήθος κεράμων στέγης, εξαιρετικά μεγάλη ποσότητα κεραμικής και σχετικά μικρό αριθμό πήλινων ειδωλίων.  

Η μελέτη των κινητών ευρημάτων αναμένεται να αποδώσει περαιτέρω στοιχεία για τον χαρακτήρα των τελετουργιών προς τους προγόνους ή και την ενδεχόμενη σύνδεση του χώρου με τη λατρεία χθόνιων θεοτήτων.   Μνημειακό κτίριο στην περιοχή Χτίρι (κλασική περίοδος).   Ο πίθος στην περιοχή Χτίρι (πρώιμη βυζαντινή περίοδος).   Μεγάλης έκτασης ταφικό μνημείο στην περιοχή Ζόγερι  

Στην περιοχή Ζόγερι διερευνήθηκε μεγάλης έκτασης ταφικό μνημείο χρονολογούμενο στην Ύστερη Κλασική – Πρώιμη Ελληνιστική περίοδο. Το ταφικό μνημείο ορθογώνιας κάτοψης (4,60 μ. x 0,65 μ. x 0,85 μ.) σώζεται σε ύψος τριών δόμων, εκ των οποίων ο ανώτερα σωζόμενος αποτελείται από πέντε λιθόπλινθους συναρμοσμένες με μολύβδινους συνδέσμους τύπου «Ζ».   Ως σήματα του μνημείου είχαν χρησιμοποιηθεί δύο συμμετρικά τοποθετημένες λιθόπλινθοι στο ανατολικό και δυτικό τμήμα του αντίστοιχα.

Η πρόσθια όψη του μνημείου, ορατή κατά την αρχαιότητα από αμέσως βόρεια διερχόμενη οδό, φέρει διακόσμηση κυματίου (cyma reversa). Στο νότιο τμήμα του διανοίχθηκαν δύο κιβωτιόσχημοι τάφοι, με μονούς ενταφιασμούς ενηλίκων στο εσωτερικό τους και παρόμοια κτέριση (κοτύλες, μικκύλα αγγεία, λύχνοι, σιδερένια στλεγγίδα, αργυρό νόμισμα).   Στο ίδιο τμήμα και σε στρωματογραφική ενότητα άνωθεν των τάφων διερευνήθηκε ταφική πυρά χρονολογούμενη στα 350-275 π.Χ., η οποία απέδωσε πληθώρα ανθρωπόμορφων και ζωόμορφων ειδωλίων, καθώς και αναθηματικών αγγείων με χαρακτηριστική εμπίεστη διακόσμηση ωών στο χείλος και στο σώμα, πιθανώς προϊόντα τοπικού εργαστηρίου. Τέλος, η ταφική χρήση του χώρου επιβεβαιώνεται ήδη από τον 5ο αι. π.Χ., καθώς εντοπίστηκε εξωτερική προσφορά αποτελούμενη από μία κορινθιακή κοτύλη και έξι αττικές ληκύθους, η μία εξ αυτών λευκού βάθους, σε σημείο αμέσως ΒΑ του μνημείου και σε άμεση σχέση με το ανατολικό ταφικό σήμα.   Λίγες δεκάδες μέτρα βορειότερα του ταφικού μνημείου και εκτός του βασικού ιστού της πόλης ήρθαν στο φως αρχιτεκτονικά κατάλοιπα χρονολογούμενα στην Κλασική περίοδο. Πιο συγκεκριμένα, διερευνήθηκαν τρεις χώροι, ορθογώνιας και τετράγωνης κάτοψης, ενός εκτενούς -σύμφωνα με τις γεωφυσικές έρευνες- κτιριακού συγκροτήματος. Οι χώροι απέδωσαν ιδιαίτερα αποσπασματική λεπτή κεραμική αλλά μεγάλη ποσότητα αποθηκευτικών αγγείων, αγνύθες, νομίσματα και η χρήση τους συνδέεται είτε με μικρής κλίμακας εργαστηριακές εγκαταστάσεις είτε με αγρέπαυλη.   Παρόδιο νεκροταφείο στην περιοχή Μερκούρη (κλασική – πρώιμη ελληνιστική περίοδος).   Κιβωτιόσχημος τάφος στην περιοχή Μερκούρη (πρώιμη ελληνιστική περίοδος).   Τμήμα μνημειακού κτιρίου των Κλασικών χρόνων αποκαλύφθηκε στην περιοχή Χτίρι   Στην περιοχή Χτίρι αποκαλύφθηκε τμήμα μνημειακού κτιρίου των Κλασικών χρόνων και σε άμεση επαφή με αυτό κεραμοσκεπής τάφος της ίδιας περιόδου. Η χρήση του κτιρίου παραμένει δυσερμήνευτη πιθανότατα να λειτουργούσε ως δημόσιο κτίριο. Άνωθεν αυτού εδραζόταν τμήμα χώρου χρονολογούμενο στους Πρώιμους Βυζαντινούς χρόνους στον οποίο εντοπίστηκε μεγάλων διαστάσεων πίθος (διαμ. 1,40 μ.). Η χρήση αυτού του εξωτερικού, πιθανότατα, χώρου συνδέεται με την παραγωγή ελαιόλαδου, υπόθεση που ενισχύεται από τη συλλογή μεγάλης ποσότητας απανθρακωμένων ελαιοπυρήνων και από τον εντοπισμό σε παρακείμενο αγρό, τραπητή, κατασκευή άμεσα συνδεδεμένη με την ελαιοπαραγωγή.   Παρόδιο νεκροταφείο των Κλασικών και Πρώιμων Ελληνιστικών χρόνων στην περιοχή Μερκούρη   Στην περιοχή Μερκούρη αποκαλύφθηκε τμήμα παρόδιου νεκροταφείου χρονολογούμενο στους Κλασικούς και Πρώιμους Ελληνιστικούς χρόνους. Οι τάφοι, απλοί λακκοειδείς και κιβωτιόσχημοι τοποθετημένοι σε ορύγματα λαξευμένα στο φυσικό βράχο, φέρουν κάλυψη είτε από ορθογώνιες λίθινες πλάκες είτε από κεράμους.   Οι μεμονωμένες ταφές ενηλίκων ήταν κτερισμένες με τους ακόλουθους τύπους αγγείων: σκύφος, κάνθαρος, λεκανίδα, μόνωτο μαγειρικό αγγείο, μικκύλα αγγεία και λύχνος. Η παρακείμενη αρχαία οδός αποτελούσε κύρια οδική αρτηρία πιθανώς μεταξύ του λιμένος και του Ελληνιστικού πλατώματος και ήταν σε χρήση, βάσει των επαναλαμβανόμενων επιδιορθώσεων, τουλάχιστον κατά τον 5ο και 4ο αι. π.Χ.   Μεταξύ των τάφων και της οδού, ήρθε στο φως λίθινος αγωγός απορροής υδάτων, ο οποίος πληρώθηκε και καλύφθηκε με λίθινες πλάκες λειτουργώντας ως αναλημματικός τοίχος.