Wed. Oct 21st, 2020

O πρώτος άθλος: Το λιοντάρι της Νεμέας

Ηρακλή, του είπε μια μέρα ο Ευρυσθέας, έμαθα ότι είσαι πολύ δυνατός και αψηφάς τους κινδύνους. Για να μείνεις μαζί μου στην Τίρυνθα, θέλω να κάνεις δέκα άθλους. Δέχεσαι τους όρους μου;-Ναι, του απάντησε χωρίς τον παραμικρό δισταγμό ο Ηρακλής. Θα κάνω ό,τι μου ζητήσεις.

-Ωραία. Άκουσε λοιπόν ποιος είναι ο πρώτος άθλος σου: Στα γειτονικά βουνά της Νεμέας υπάρχει ένα τρομερό λιοντάρι που κατασπαράζει ζώα και ανθρώπους. Λένε πως το λιοντάρι αυτό φρουρούσε το παλάτι της θεάς Σελήνης και μια μέρα πάνω στο θυμό της το κλώτσησε και το πέταξε στη γη. Άλλοι λένε πως είναι παιδί της φρικτής Έχιδνας, που είναι μισή φίδι και μισή γυναίκα. Ε, λοιπόν αυτό το λιοντάρι θέλω να σκοτώσεις και να μου φέρεις το δέρμα του.

-Θα γίνει το θέλημά σου, του απάντησε ο Ηρακλής.

Πήρε το ρόπαλό του σαν μοναδικό όπλο και βγήκε από το παλάτι ενώ πίσω του ο Ευρυσθέας έτριβε τα χέρια του από χαρά γιατί ήταν σίγουρος πως ο ανιψιός του δεν θα γύριζε ζωντανός. Κι αυτό επειδή οδηγημένος από τη θεά Ήρα φοβόταν ότι ο Ηρακλής θα του έπαιρνε το θρόνο.

Ο Ηρακλής έφτασε νύχτα στα βουνά της Νεμέας και ζήτησε φιλοξενία στην καλύβα ενός βοσκού. Όταν του είπε πως είχε έρθει να σκοτώσει το λιοντάρι, ο βοσκός έβαλε τα κλάματα.

-Μακάρι να μπορούσες να το σκοτώσεις, του είπε. Γιατί αυτό το καταραμένο έφαγε πριν λίγες μέρες το μονάκριβο παιδί μου.

-Μήπως ξέρεις πού θα μπορέσω να το βρω; τον ρώτησε ο Ηρακλής.

-Ναι. Μένει σε μια σπηλιά, στην πιο ψηλή κορυφή του βουνού. Θα

σε οδηγήσω αύριο ως εκεί και αν σε βοηθήσει ο Δίας θα μπορέσεις να το σκοτώσεις.

Το πρωί ο Ηρακλής με τη βοήθεια του βοσκού έφτασε στη σπηλιά. Πρόσεξε τότε ότι η σπηλιά αυτήείχε δύο τρύπες. Έφραξε τη μια για να μη μπορεί να βγει το λιοντάρι και με θάρρος, κρατώντας το ρόπαλό του, μπήκε από την άλλη τρύπα. Προχώρησε σιγά-σιγά και με προσοχή. Ξαφνικά το τρομερό λιοντάρι που παραμόνευε πίσω από ένα βράχο, τινάχτηκε σαν σαΐτα καταπάνω του. Ο Ηρακλής που είχε σηκώσει ψηλά το ρόπαλο, το κατέβασε με δύναμη. Το φοβερό ζώο ζαλίστηκε από το δυνατό χτύπημα και τότε ο Ηρακλής το γράπωσε από το λαιμό. Άνθρωπος και ζώο πάλεψαν αρκετή ώρα. Τα ατσάλινα χέρια του Ηρακλή έσφιγγαν συνέχεια το λαιμό του λιονταριού, ώσπου κατάφερε να το πνίξει.

Έσυρε τότε το λιοντάρι έξω από τη σπηλιά, έβγαλε το δέρμα του και ξεκίνησε για την Τίρυνθα. Πριν μπει στο παλάτι φόρεσε το δέρμα και όταν τον είδε ο Ευρυσθέας, έτρεξε και χώθηκε σε ένα πιθάρι για να γλιτώσει, γιατί νόμισε πως μπήκε στο παλάτι του το ίδιο το λιοντάρι της Νεμέας!

Όταν πια κατάλαβε το αστείο του Ηρακλή, έτριξε με θυμό τα δόντια του.

“Δεν ξέρω πως τα κατάφερες να γλιτώσεις”, είπε με το νου του, “αλλά τώρα σου ετοιμάζω κάτι που το λιοντάρι της Νεμέας θα μοιάζει με παιχνιδάκι μπροστά του”.