Η Κόρινθος, νιοχτισμένη ύστερα απ τους σεισμούς, συμμετρική, φαντάζει μέσα στον κουρνιαχτό σαν έρημη. Απλώνεται αμίλητη στον ήλιο, και μονάχα στην άκρα της, στον σταθμό, ξεσπούν άγριες φωνές, παμπόνηροι Μωραΐτες πουλούν σταφύλια, χιμούν οι επιβάτες σ ένα βρωμερό μακρουλό τραπέζι με νερό και λουκούμια.

Σε μια γωνιά μέσα στον ήλιο, ανεβαίνει φριχτή κνίσα, ένας λιγδερός φουστανελάς περνά από μικρά καλαμάκια μπουκιές κρέας και το πασπαλίζει με θρούμπα και πιπέρι.
Στο υπόστεγο, στον ίσκιο, μια γυναίκα παχουλή, ξεστήθωτη, με χρυσά δόντια, σείεται και κουνιέται και κοιτάζει τους άνδρες. Κι ένα στρατιωτάκι αγοράζει δυο σουβλάκια και δυο κομμάτια ψωμάκια και δυο σταφύλια και την ζυγώνει βήχοντας πονηρά.
Η παχουλή γυναίκα, τη στιγμή εκείνη, ξέσπασε σ ένα νευρικό γέλιο. Ο Βελλερεφόντης σκόρπισε στον αγέρα, κύλησε ο Πήγασος σα νερό και χάθηκε.
Στράφηκα· η γυναίκα είχε πεταχτεί απάνω, είχε σηκώσει το γυμνό μπράτσο της, έβγαλε απότομα την χτένα που συγκρατούσε τα μαλλιά της, αναποδογύρισε λίγο και τίναξε το κεφάλι, και τα μαλλιά πήδησαν στις πλάτες της, τρικυμιστά, σαν κατάμπλαβα νερά.

Κράτησε με τα δόντια της την χτένα, και με τα δυο της τα χέρια μάζεψε πάλι τα μαλλιά, τα ανάδεσε και ξανακάρφωσε επάνω τους την χτένα. Ύστερα πάλι κάθισε δίπλα στον στρατιώτη.
Ποτέ δε θα ξεχάσω την κίνηση αυτή, τόσο πρωτόγονη και προκλητική. Το στρατιωτάκι χλώμιασε, η Κόρινθος ξάφνου ξαναπήρε νόημα. Το τραίνο σφύριξε, πηδήσαμε απάνω, ο στρατιώτης με τη γυναίκα έμειναν, αμίλητοι και βλοσυροί, σα ζώα έτοιμα να δαγκωθούν. (Ν. Καζαντζάκης: “Ταξιδεύοντας”).













