
Η πρόσφατη δήλωση του Αντιδημάρχου Οικονομικών Υπηρεσιών του Δήμου Κορινθίων, με αφορμή την κατάθεση του αιτήματος συζήτησης στο Δημοτικό Συμβούλιο για την καθυστέρηση χορήγησης της πάγιας προκαταβολής προς τις σχολικές μονάδες, προκαλεί εύλογη απορία και έντονο προβληματισμό. Αντί να εστιάσει στην ουσία του ζητήματος και στην ανάγκη επίλυσής του, ο Αντιδήμαρχος επέλεξε να αποδώσει πολιτικά κίνητρα σε μία εκ των συντακτών του σχετικού κειμένου, χαρακτηρίζοντας τη στάση της ως σπουδή καταγγελίας και αφήνοντας υπονοούμενα περί υποκίνησης ή σκοπιμότητας.
Η στάση αυτή συνιστά μνημείο ατυχούς και άστοχης επικοινωνιακής διαχείριση, αποτελεί δε βαθύτατα προσβλητική και υποτιμητική αναφορά απέναντι σε δεκάδες πολίτες, εκπροσώπους συλλόγων γονέων και κηδεμόνων, που με υπευθυνότητα και θεσμική επίγνωση συνυπέγραψαν το αίτημα.
Οι 25 υπογραφές που συγκεντρώθηκαν –στη συντριπτική τους πλειονότητα προερχόμενες από ενεργούς προέδρους συλλόγων γονέων– δεν κατετέθησαν ως προϊόν κάποιας «πολιτικής κινητοποίησης», αλλά ως αντανάκλαση μιας πραγματικής και αδήριτης πιεστικής ανάγκης που βιώνεται καθημερινά στα σχολεία του Δήμου. Σε τελική ανάλυση, θα ήταν σχεδόν κολακευτικό να θεωρήσει κανείς ότι μία και μόνη συντάκτρια θα μπορούσε να κινητοποιήσει συλλόγους, γονείς και εκπαιδευτικούς ολόκληρης της πόλης.

Η αλήθεια είναι πολύ απλούστερη και εξαντλείται στη σύμπνοια αιρετών εκπροσώπων της εκπαιδευτικής κοινότητας, στη συλλογική , από κοινού, αντίδραση και διατύπωση της αγωνίας ανθρώπων που βλέπουν τα σχολεία να στερούνται των απαραίτητων για την εύρυθμη λειτουργία τους και που αναγκάζονται, με προσωπικό κόπο και δημιουργικότητα, να καλύπτουν τα κενά που αφήνει η διοικητική δυσκαμψία.
Η ίδια εκ των συντακτών, που στοχοποιήθηκε προσωπικά από τον Αντιδήμαρχο, είναι πρόσωπο ήδη γνωστό για την υπευθυνότητα, τη συνεργασία και την αγόγγυστη προσπάθειά της να επιτελέσει αποτελεσματικά τον ρόλο της ως προέδρου συλλόγου γονέων ( και όχι «όλων των συλλόγων» όπως εσφαλμένως – εκούσια ή ακούσια – την ταυτοποιεί ο Αντιδήμαρχος). Έχει επανειλημμένα συνδράμει, σε συνεργασία με εκπαιδευτικούς και υπηρεσιακούς παράγοντες, στην κάλυψη λειτουργικών αναγκών και στη βελτίωση του σχολικού περιβάλλοντος, παρά τις νομικές και διοικητικές αβελτηρίες που εισήγαγε η κατάργηση των σχολικών επιτροπών.
Αντί λοιπόν η προσπάθεια αυτή να αναγνωριστεί, επιλέχθηκε να διασυρθεί μέσα από την αναγωγή ενός θεσμικού αιτήματος – που υποβλήθηκε εκτός των άλλων σε διαφορετικό έγγραφο και από τον σύλλογο διδασκόντων της πρωτοβάθμιας – σε υποτιθέμενη πολιτική πράξη.
Η επίκληση πολιτικών κινήτρων εκεί όπου υπάρχει καθαρή κοινωνική αγωνία, αποτελεί ένδειξη αμηχανίας, αλλεργίας στην αυτοκριτική και προσκόλλησης σε παλαιοκομματικές λογικές που δεν τιμούν τη δημοτική λειτουργία. Είναι επικίνδυνο και θεσμικά επιζήμιο να επιχειρείται η αποδόμηση συλλογικών ενεργειών με όρους επικοινωνιακού συμψηφισμού.
Οι πρόεδροι των συλλόγων γονέων δεν είναι ούτε υποκινούμενοι ούτε αφελείς, είναι πολίτες και γονείς που καθημερινά έρχονται αντιμέτωποι με τις ελλείψεις και τις δυσλειτουργίες των σχολικών μονάδων. Ο ίδιος ο Αντιδήμαρχος, άλλωστε, αναγνώρισε δημόσια ότι υπάρχει καθυστέρηση στη χορήγηση της πάγιας προκαταβολής, την οποία απέδωσε στην κατάργηση των σχολικών επιτροπών και στη δυσκολία προσαρμογής των Δήμων στη νέα διαδικασία.
Η παραδοχή αυτή από μόνη της επιβεβαιώνει το βάσιμο της διαμαρτυρίας. Αντί, επομένως, να επιχειρείται μία εκτός πραγματικότητας αποδόμηση των προσώπων που ανέδειξαν το ζήτημα, θα έπρεπε να υπάρξει απάντηση στο πλαίσιο της ημερήσιας διάταξης, με ευθυκρισία και ειλικρινή διάλογο τόσο με τους εκπαιδευτικούς όσο και με τους συλλόγους, ώστε να διαμορφωθεί ένα τοπικό πλαίσιο αντιμετώπισης των κενών που ο ίδιος ο νόμος δημιούργησε και η διοίκηση αδρανεί να αναπληρώσει .
Σε μια περίοδο που οι μαθητές του Δήμου Κορινθίων διακρίνονται σε εκπαιδευτικές και πολιτιστικές δράσεις, οι σύλλογοι γονέων επιτελούν αξιόλογο έργο και η κοινωνία προσβλέπει σε ένα σχολείο ανοιχτό και δημιουργικό, η διοίκηση του Δήμου έχει υποχρέωση να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων.
Η τακτική διαχείρισης μέσω υπονοούμενων και χαρακτηρισμών απέναντι σε όσους κρατούν όρθια τη δημόσια εκπαίδευση με υπευθυνότητα, αυτογνωσία και σεβασμό, έχει στοιχειώσει στο παρελθόν τη κοινωνία μας, αλλά θα πρέπει όλοι να συνειδητοποιήσουμε ότι μπροστά στην υποβάθμιση των δημοσίων αγαθών, έχει παρέλθει , ευτυχώς, ανεπιστρεπτί.
Την αδημονία χιλιάδων παιδιών και διδασκόντων δεν θα την εντάξει κανείς, όσο και αν αυτό τον διευκολύνει ή τον εξυπηρετεί, σε πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης και επικοινωνιακής στρατηγικής. Θα συνεχίσουμε με επιμονή να συμβάλουμε με νηφαλιότητα και συνεργασία ώστε να εξασφαλιστούν τα στοιχειώδη και που δεν είναι τίποτα λιγότερο από σχολεία λειτουργικά, αξιοπρεπή και επαρκώς χρηματοδοτημένα.




















