Τε. Μάι 22nd, 2024

Το Μικρό «Άγιον Όρος» της Πελοποννήσου

Κοινοποίηση ειδήσεων

Ένα από τα σημαντικότερα αξιοθέατα της Αρκαδίας στην Πελοπόννησο είναι, αναμφίβολα, το φαράγγι του Λούσιου ποταμού. Ο Λούσιος, όπως αποκαλύπτει και το όνομά του, θεωρείτο το ποτάμι όπου οι νύμφες Θεισόα, Νέδα και Αγνώ έλουσαν το νεογέννητο Δία.

Είναι ένα μικρό ποτάμι μήκους 23 χλμ., που πηγάζει κυρίως από το οροπέδιο της Καρκαλούς (μικρό χωριό πάνω στον οδικό άξονα Τρίπολης – Πύργου, μεταξύ Βυτίνας και Λαγκαδίων) και βορειότερα από την περιοχή του χωριού Καλονέρι.
Το φαράγγι εκτός από την απαράμιλλη ομορφιά έχει και έντονο θρησκευτικό χαρακτήρα, αφού στην γύρω περιοχή βρίσκονται Μονές λαξεμένες πάνω στους βράχους, εκκλησίες και ασκηταριά.

Συγκεκριμένα, στις δύο πλευρές του φαραγγιού βρίσκονται δύο ιστορικές μονές, η Μονή Φιλοσόφου και η Μονή Προδρόμου που προσφέρουν απόλυτη γαλήνη και μαγευτική θέα. Δεν είναι τυχαίο ότι η περιοχή αποκαλείται το «Άγιον Όρος» της Πελοποννήσου.

Η Μονή Αγίου Ιωάννου Προδρόμου ή Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Στεμνίτσας είναι ιστορικό μοναστήρι της Αρκαδίας, χτισμένο σε απόσταση 14 χλμ. νότια της Δημητσάνας (έδρα του δήμου) και 47 χλμ. βορειοδυτικά της Τρίπολης σε κοντινή απόσταση από την Στεμνίτσα. Η Μονή βρίσκεται σφηνωμένη μέσα σε βράχο και μοιάζει λες και αιωρείται στο χείλος του γκρεμού της ανατολικής όχθης του φαραγγιού του ποταμού Λούσιου, σε υψόμετρο 520 μέτρων. Από το μπαλκόνι της Μονής, οι επισκέπτες μπορούν να θαυμάσουν την μαγευτική θέα στην άγρια ομορφιά του φαραγγιού.

Το ιστορικό μοναστήρι απoτελείται από δύο κτίρια, τo αρχικό στα ανατολικά και τo vεώτερo στα βόρεια, το οποίο χρονολογείται τo 1860. Ιδρύθηκε από μοναχούς που ζούσαν σε κοντινά ασκητήρια από τov 12o αιώνα και τα οποία με την πάροδο των χρόνων συvεvώθηκαν (στα τέλη περίπoυ τoυ 16oυ αιώvα, 1500-1600) και σχημάτισαν τo κoιvόβιo της Μονής. Κατά την επανάσταση του 1821 η Μονή αποτέλεσε καταφύγιο και ιατρείο για τους αγωνιστές.

Από το μονοπάτι που κατεβαίνει στον Λούσιο και διασχίζει το φαράγγι μπορείτε να φτάσετε στη Μονή Φιλοσόφου, νότια της Δημητσάνας. Η Μονή είναι αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου και γιορτάζει στην απόδοση της εορτής, στις 23 Αυγούστου. Είναι χτισμένη στη δυτική πλευρά του φαραγγιού του Λούσιου, 11 χλμ. νοτιοδυτικά της Δημητσάνας και περίπου 86 χλμ. από την Τρίπολη. Η Μονή αποτελείται από δύο μοναστηριακά συγκροτήματα, ένα παλαιό και ένα νέο, τα οποία βρίσκονται σε μικρή απόσταση μεταξύ τους.

Η παλαιά Μονή Φιλοσόφου είναι η πιο ιστορική και παλαιά μονή της Αρκαδίας και από τα παλαιότερα βυζαντινά μνημεία της Ελλάδας. Ιδρύθηκε το 963 από τον Ιωάννη Λαμπαρδόπουλο από τη Δημητσάνα, τον επονομαζόμενο «φιλόσοφο», ο οποίος ήταν γραμματέας («Πρωτοκρίτης») του αυτοκράτορα Νικηφόρου Φωκά. Από το προσωνύμιό του πήρε και η Μονή το όνομά της. Είχε χαρακτηριστεί σταυροπηγιακή. Ήταν χτισμένη στο εσωτερικό μιας σπηλιάς, πάνω από μια απόκρημνη χαράδρα και σήμερα διατηρείται μόνο ένα μικρό εκκλησάκι Βυζαντινής τεχνοτροπίας του 10ου αιώνα με τις αξιόλογες τοιχογραφίες του. Είναι ναός εγγεγραμμένος τετράστηλος σταυροειδής με οκτάπλευρο τρούλο. Από την υπόλοιπη μονή σώζονται μόνο ερείπια κελλιών και άλλων κτισμάτων, καθώς και μια στέρνα.

Η παλαιά μονή είναι γνωστή και ως «Κρυφό Σχολειό», γιατί κατά την παράδοση λειτουργούσε εκεί στα χρόνια της Τουρκοκρατίας σχολείο που αργότερα εξελίχθηκε σε σπουδαία ιερατική σχολή που λειτούργησε στη Νέα Μονή. Στη Σχολή αυτή φοίτησε πλήθος δασκάλων, ιερέων, μοναχών, ανωτέρων κληρικών, καθώς και ηγετικές μορφές της Εκκλησίας. Από αυτήν αναδείχτηκαν τέσσερις πατριάρχες Ιεροσολύμων, δύο Οικουμενικοί Πατριάρχες και πολλοί ανώτατοι εκκλησιαστικοί άνδρες (Γρηγόριος ο Ε΄, Παλαιών Πατρών Γερμανός).

Η νέα Μονή Φιλοσόφου ιδρύθηκε μετά τα μέσα του 17ου αιώνα (λειτουργούσε ήδη το 1691). Βρίσκεται σε απόσταση τετρακοσίων περίπου μέτρων από την παλαιά Μονή, σε ομαλότερη θέση. Το καθολικό της κτίστηκε το 1661, και κατόπιν κτίσθηκαν και αρκετά κελιά, χωρίς όμως να εγκαταλειφθεί η παλαιά μονή. Το τέμπλο του καθολικού είναι ξυλόγλυπτο με εξαιρετική διακόσμηση και φέρει εικόνες κρητικής τεχνοτροπίας που αποδίδονται στο ζωγράφο Βίκτωρα (1663). Ο ναός αγιογραφήθηκε το 1693 με δαπάνη του «Μαυραηδή-πασά Φαρμάκη» από τη Στεμνίτσα, ο οποίος είχε εξισλαμισθεί, αλλά επανήλθε στο Χριστιανισμό επί Ενετοκρατίας. Απεικόνιση του χορηγού υπάρχει στη δυτική πλευρά του ναού (υπό τη μορφή τυπικού Ανατολίτη με βλοσυρό ύφος, πολυτελές ένδυμα και κομπολόι) δίπλα στην Αγία Ελένη.

Μεταξύ των ετών 1834-1836 η Μονή διαλύθηκε με απόφαση της Βαυαρικής Αντιβασιλείας, με τη δικαιολογία ότι είχε κάτω από έξι μοναχούς. Η περιουσία της δημεύθηκε και πωλήθηκε σε ιδιώτες. Μετά τη διάλυση, η Μονή ερήμωσε και σταδιακά κατέρρευσε. Σήμερα λειτουργεί ως ανδρική Μονή, μετόχι (με βασιλικό διάταγμα, από τις 14 Απριλίου 1922) της γειτονικής Μονής Τιμίου Προδρόμου Στεμνίτσας. Το 1955 χαρακτηρίστηκε διατηρητέο μνημείο και από το 1992 άρχισε να ανακαινίζεται ριζικά με την επίβλεψη του Υπουργείου Πολιτισμού.

Τέλος, να σημειωθεί ότι το φαράγγι εκτός από τόπο υψηλής οικολογικής σημασίας, έχει κηρυχθεί και αρχαιολογικός χώρος και τελεί υπό την προστασία του Υπουργείου Πολιτισμού.

thebest.gr