
Γράφει η Φιορέλα – Μαριάννα Φεράϊ
Άλλη μια γυναίκα δολοφονήθηκε μέσα στο ίδιο της το σπίτι από τα χέρια του συζύγου της. Άλλη μια οικογένεια διαλύθηκε. Άλλα δύο παιδιά θα μεγαλώσουν με το τραύμα μιας ανείπωτης απώλειας. Δύο ακόμη παιδιά θα μεγαλώσουν δίχως τη στοργή, την αγάπη και την παρουσία της μητέρας τους.
Η γυναικοκτονία που έλαβε χώρα στην Καλαμάτα δεν είναι απλώς μια είδηση που πέρασε από τις οθόνες μας. Δεν είναι απλώς ένας ακόμη αριθμός που προστέθηκε στην αιματηρή λίστα.
Πίσω από αυτήν κρύβονται γυναίκες που τόλμησαν να σπάσουν τη σιωπή τους, αλλά δεν κατάφεραν να ξεφύγουν από τον εφιάλτη που βίωναν.
Κρύβονται, όμως, και γυναίκες που δεν πρόλαβαν ή δεν τόλμησαν να μιλήσουν, καταλήγοντας να γίνουν η επόμενη είδηση, ο επόμενος τίτλος σε κάποιο δελτίο, καθώς οι απειλές των συντρόφων τους τις κρατούσαν εγκλωβισμένες στον φόβο.
Η γυναικοκτονία στην Καλαμάτα είναι μια ζωή που χάθηκε άδικα. Μια κραυγή που δεν ακούστηκε. Μια κραυγή που φιμώθηκε. Μια κραυγή που σώπασε. Μια κραυγή που κατάφερε να γραφτεί με αίμα πάνω σε ένα μαχαίρι.
Η ιστορία αυτής της γυναίκας δεν πρέπει να ξεχαστεί μόλις σβήσουν τα φώτα της δημοσιότητας. Πρέπει να γίνει αφορμή για αλλαγή, κινητοποίηση και δράση. Γιατί πίσω από κάθε γυναικοκτονία υπάρχει ένας άνθρωπος, μια μητέρα, μια αδερφή που κάποτε χαμογελούσε, ονειρευόταν και σχεδίαζε για το μέλλον, όπως η Βασιλική.
Η στυγερή δολοφονία της Βασιλικής άφησε πολλά αναπάντητα ερωτήματα. Ερωτήματα για το πόσο εύκολα αγνοούμε τα σημάδια, για το πόσο συχνά θεωρούμε τη ζήλια ως ένδειξη αγάπης και όχι ως προειδοποίηση μελλοντικού κινδύνου.
Η ζήλεια που έτρεφε ο δολοφόνος της – ο σύντροφός της – ο άνθρωπός της – δεν ήταν αγάπη. Ήταν ανάγκη να ελέγχει, να επιβάλλεται και να στερεί την ελευθερία στον άνθρωπο που είχε ορκιστεί ότι θα προστατεύει σε όλη του τη ζωή.
Δυστυχώς, ό,τι και να πούμε, ό,τι κι αν γράψουμε, κάθε λέξη μοιάζει μικρή μπροστά στον πόνο και το κενό που άφησε αυτή τη τραγωδία πίσω της.
Γιατί όταν μια γυναίκα δολοφονείται στο βωμό της αδιαφορίας και της αρρωστημένης ζήλιας, δε θρηνούμε μόνο μια χαμένη ζωή.
Θρηνούμε και την ίδια μας την ανθρωπιά, γιατί ως κοινωνία αποτύχαμε να την προστατεύσουμε.
Άραγε, όμως πόσες ακόμη πρέπει να θρηνήσουμε για να σταματήσουμε να επιλέγουμε τη σιωπή;
Πόσες ακόμη για να πάψουμε, ως κοινωνία, να γυρίζουμε το βλέμμα αλλού;























