Νομοσχέδιο για την προστασία από στρατηγικές αγωγές (SLAPPs) προς αποθάρρυνση της συμμετοχής του κοινού: Διάλογος μεταξύ Ευρωπαϊκής Οδηγίας και Εθνικού Νομοθέτη. Σκέψεις και προβληματισμοί

korinthosTV
24 Min Read

Το τελευταίο χρονικό διάστημα προωθείται ένα καινοτόμο νομοσχέδιο, το οποίο αποβλέπει στην προστασία από στρατηγικές αγωγές που στοχεύουν στην αποθάρρυνση της συμμετοχής του κοινού, στην έκφραση γνώμης και απόψεων πάνω σε θέματα δημόσιας σημασίας.

Οι αγωγές αυτές, γνωστές με την αγγλική νομική ορολογία ως «Strategic Lawsuits against Public Participation» (για συντομία SLAPPs) και με την ελληνική νομική ορολογία γνωστές ως «Στρατηγικές Αγωγές προς Αποθάρρυνση της Συμμετοχής του Κοινού», (εφεξής: «Σ.Α.Α.Σ.Κ.»), αφορούν σε ιδιωτικές υποθέσεις και στρέφονται κατά φυσικών και νομικών προσώπων, λόγω του ότι αυτά προβαίνουν σε ενέργειες συμμετοχής του κοινού, δηλαδή σε έκφραση άποψης για θέματα δημοσίου συμφέροντος που αφορούν σε πρόσωπα κατέχοντα σημαντικές θέσεις εκ της θεσμικής ιδιότητας τους.

Με άλλα λόγια, οι αγωγές αυτές ουσιαστικά χαρακτηρίζονται ως μία μορφή αντίδρασης έναντι της ιδιωτικής έκφρασης γνώμης αλλά και κριτικής προς τα εν γένει δημόσια πρόσωπα. 

Στο υπό διαβούλευση νομοσχέδιο ως σκοπός (άρθρο 1) τίθεται: «α) η ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1069 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Απριλίου 2024 για την προστασία των προσώπων που προβαίνουν σε ενέργειες συμμετοχής του κοινού από προδήλως αβάσιμες αγωγές ή καταχρηστικές δικαστικές διαδικασίες («στρατηγικές αγωγές προς αποθάρρυνση της συμμετοχής του κοινού») (L της 16.4.2024), και «β) η επέκταση των εγγυήσεων της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1069 στις αμιγώς εσωτερικές υποθέσεις.»

Ακολούθως ως αντικείμενο (άρθρο 2) του νομοσχεδίου τίθεται:  «η θέσπιση εγγυήσεων έναντι προδήλως αβάσιμων αγωγών ή καταχρηστικών δικαστικών διαδικασιών («Στρατηγικές Αγωγές προς Αποθάρρυνση της Συμμετοχής του Κοινού», εφεξής: «Σ.Α.Α.Σ.Κ.») σε ιδιωτικές υποθέσεις, οι οποίες στρέφονται κατά φυσικών και νομικών προσώπων λόγω του ότι προβαίνουν σε ενέργειες συμμετοχής του κοινού.»

Ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι ορισμοί (άρθρο 4) που το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ως προς τα επιμέρους ζητήματα που πραγματεύεται.   Εξετάζοντας επιλεκτικά μερικούς από τους ορισμούς αυτούς, αξίζει να σταθούμε στους εξής: 

α) «Θέμα δημόσιου συμφέροντος»: κάθε ζήτημα που επηρεάζει το κοινωνικό σύνολο σε βαθμό που να δικαιολογεί θεμιτό ενδιαφέρον, ιδίως στους ακόλουθους τομείς:

αα) τα θεμελιώδη δικαιώματα, τη δημόσια υγεία, την ασφάλεια, το περιβάλλον ή το κλίμα, 

αβ) δραστηριότητες φυσικού ή νομικού προσώπου που αποτελεί δημόσιο πρόσωπο στον δημόσιο ή τον ιδιωτικό τομέα,

αγ) υποθέσεις υπό εξέταση από όργανα της νομοθετικής, εκτελεστικής ή δικαστικής λειτουργίας, καθώς και κάθε άλλη επίσημη διαδικασία,

αδ) ισχυρισμοί σχετικά με διαφθορά, απάτη ή άλλα ποινικά αδικήματα και διοικητικές παραβάσεις που αφορούν στα ανωτέρω θέματα,

β) «Καταχρηστικές δικαστικές διαδικασίες προς αποθάρρυνση της συμμετοχής του κοινού»: οι δικαστικές διαδικασίες οι οποίες δεν κινούνται με στόχο τη γνήσια κατοχύρωση ή άσκηση δικαιώματος, αλλά έχουν ως κύριο σκοπό τους την αποτροπή, τον περιορισμό ή την τιμωρία της συμμετοχής του κοινού, συχνά με εκμετάλλευση μιας ανισορροπίας ισχύος μεταξύ των διαδίκων, και κατά τις οποίες ασκούνται αβάσιμες αγωγές. Ενδείξεις του σκοπού αυτού αποτελούν, ιδίως, οι εξής:

βα) ο δυσανάλογος, υπερβολικός ή παράλογος χαρακτήρας της αγωγής ή μέρους αυτής, περιλαμβανομένης της υπέρμετρης αξίας του αντικειμένου της διαφοράς,

ββ) η ύπαρξη πολλαπλών διαδικασιών που κινούνται από τον ενάγοντα ή συνδεδεμένους με αυτόν διαδίκους σε σχέση με παρόμοιες υποθέσεις,

βγ) ο εκφοβισμός, η παρενόχληση ή η διατύπωση απειλών από τον ενάγοντα ή τους εκπροσώπους του, πριν από τη διαδικασία ή κατά τη διάρκειά της, καθώς και παρόμοια συμπεριφορά του ενάγοντος σε παράλληλες υποθέσεις,

βδ) η κακόπιστη χρήση δικονομικών τακτικών, όπως η παρέλκυση της διαδικασίας, η δόλια ή καταχρηστική άγρα δικαστηρίου ή η κακόπιστη διακοπή των υποθέσεων σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας.

γ) «Συμμετοχή του κοινού»: κάθε δήλωση ή δραστηριότητα φυσικού ή νομικού προσώπου κατά την άσκηση του δικαιώματος στην ελευθερία της έκφρασης και της πληροφόρησης, στην ελευθερία της τέχνης και της επιστήμης ή στην ελευθερία του συνέρχεσθαι και του συνεταιρίζεσθαι, η οποία αφορά θέματα δημόσιου συμφέροντος. Στην έννοια του παρόντος ορισμού εντάσσονται και όλες οι προπαρασκευαστικές, υποστηρικτικές ή υποβοηθητικές ενέργειες που συνδέονται άμεσα με τις δηλώσεις ή τις δραστηριότητες του πρώτου εδαφίου.

Αδιαμφισβήτητα, η διασφάλιση της ελευθερίας της γνώμης επί ζητημάτων δημοσίου ενδιαφέροντος, αποτελεί υποχρέωση της ευνομούμενης πολιτείας, ώστε να μην επικρατούν φαινόμενα φίμωσης της άποψης κάθε πολίτη για τα τεκταινόμενα και για τα ζητήματα δημοσίου χαρακτήρα που τον αφορούν. Σαφώς βέβαια η έκφραση άποψης πρέπει να λαμβάνει χώρα πάντα εντός ορίων ευπρέπειας και χωρίς εκτροπή και παρεκτροπή δια συκοφαντικών, απρεπών και προσβλητικών αναφορών.

Οι προαναφερθέντες εννοιολογικοί προσδιορισμοί του υπό διαβούλευση νομοσχεδίου, μπορούμε να πούμε ότι αποτελούν μία ορθή νομοθετική πρωτοβουλία που συμβαδίζει με το ευρύτερο πνεύμα της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1069 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Απριλίου 2024.

Πράγματι, στην ανωτέρω Οδηγία διαπιστώνουμε από το περιεχόμενο της πως τίθεται ως σκοπός: «η εξάλειψη των εμποδίων στην ορθή λειτουργία των αστικών διαδικασιών, και παράλληλα η παροχή προστασίας σε φυσικά και νομικά πρόσωπα που προβαίνουν σε ενέργειες συμμετοχής του κοινού για θέματα δημόσιου συμφέροντος, συμπεριλαμβανομένων των δημοσιογράφων, των εκδοτών, των οργανισμών μέσων ενημέρωσης, των μαρτύρων δημόσιου συμφέροντος και των υπερασπιστών ανθρώπινων δικαιωμάτων, καθώς και των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών, ΜΚΟ, συνδικαλιστικών οργανώσεων, καλλιτεχνών, ερευνητών και ακαδημαϊκών, έναντι δικαστικών διαδικασιών οι οποίες κινούνται εναντίον τους με στόχο να τους αποτρέψουν από τη συμμετοχή στα κοινά». 

Προηγούνται δύο αξιομνημόνευτες και κεφαλαιώδεις αναφορές της Οδηγίας, που προσδίδουν αυξημένη σημασία στο περιεχόμενο της: 

Πρώτον η αναφορά ότι: «Το άρθρο 2 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ) αναφέρει ότι η Ένωση βασίζεται στις αξίες του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της ελευθερίας, της δημοκρατίας, της ισότητας, του κράτους δικαίου, καθώς και του σεβασμού των ανθρώπινων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων των προσώπων που ανήκουν σε μειονότητες.» 

Δεύτερον η αναφορά ότι: «Το δικαίωμα στην ελευθερία έκφρασης και πληροφόρησης, όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 11 του Χάρτη, περιλαμβάνει το δικαίωμα γνώμης και το δικαίωμα λήψης και μετάδοσης πληροφοριών και ιδεών χωρίς την ανάμειξη δημόσιων αρχών και αδιακρίτως συνόρων. Είναι απαραίτητο να δοθεί στο άρθρο 11 του Χάρτη η έννοια και το πεδίο εφαρμογής του αντίστοιχου άρθρου 10 της Ευρωπαϊκής σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου («ΕΣΔΑ») σχετικά με το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης, όπως ερμηνεύεται από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου («ΕΔΔΑ»).»

Ακολούθως ιδιαίτερα σημασία για την Οδηγία αποκτά το δικαίωμα ελευθερίας της έκφρασης, το οποίο: «αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα που πρέπει να ασκείται με αίσθημα καθήκοντος και ευθύνης, λαμβανομένων υπόψη του θεμελιώδους δικαιώματος των ανθρώπων για απόκτηση αμερόληπτης ενημέρωσης, καθώς και του σεβασμού του θεμελιώδους δικαιώματος προστασίας της υπόληψης και προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και της ιδιωτικής ζωής του ατόμου. Σε περιπτώσεις σύγκρουσης μεταξύ των εν λόγω δικαιωμάτων, όλα τα μέρη πρέπει να έχουν πρόσβαση στα δικαστήρια, με τον δέοντα σεβασμό του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη. Για τον σκοπό αυτόν, η παρούσα οδηγία θα πρέπει να αφήνει στο δικαστήριο που επιλαμβάνεται της υπόθεσης τη διακριτική ευχέρεια να εξετάζει εάν η εφαρμογή των σχετικών εγγυήσεων ενδείκνυται σε συγκεκριμένη υπόθεση. Όταν ασκεί την εν λόγω διακριτική ευχέρεια, το δικαστήριο δεν θα πρέπει να εφαρμόζει τις σχετικές εγγυήσεις, για παράδειγμα όταν η συμμετοχή του κοινού δεν πραγματοποιείται καλόπιστα, όπως σε περιπτώσεις όπου, μέσω της συμμετοχής του κοινού, ο εναγόμενος διαδίδει παραπληροφόρηση ή κατασκευάζει ισχυρισμούς με σκοπό να βλάψει τη φήμη του ενάγοντος.»

Από την σκοπιά λοιπόν της εναρμόνισης του Εθνικού Νομοθέτη με το Ευρωπαϊκό Πνεύμα για την αντιμετώπιση των φαινομένων των στρατηγικών αυτών αγωγών, διαπιστώνεται ικανοποιητική πρόοδος και αδιαμφισβήτητα επιτυγχάνεται η δημιουργία ενός σημαντικού υπόβαθρου για την ελευθερία της γνώμης ως συνιστώσας του δημοκρατικού πολιτεύματος.

Πέραν όμως αυτών, η προσεκτική θεώρηση των δικονομικών δεδομένων και των ειδικότερων νομοτεχνικών ζητημάτων του νομοσχεδίου, προκαλεί προβληματισμούς για την ευελιξία του αλλά και για υφιστάμενα ζητήματα που χρήζουν διευκρινίσεως . 

Συγκεκριμένα στο άρθρο 3 (πεδίο εφαρμογής) αναφέρεται ότι: 

«1. Το παρόν Μέρος εφαρμόζεται σε ιδιωτικές υποθέσεις που εκδικάζονται ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, συμπεριλαμβανομένων των διαδικασιών προσωρινής προστασίας και των ανταγωγών. Αφορά τόσο τις διασυνοριακές όσο και τις αμιγώς εσωτερικές υποθέσεις, αυτές δηλαδή όπου αμφότεροι οι διάδικοι έχουν την κατοικία ή την έδρα τους στην ημεδαπή και όλα τα λοιπά στοιχεία που αφορούν τη διαφορά εντοπίζονται αποκλειστικά σε αυτή.

2. Το παρόν Μέρος δεν εφαρμόζεται σε:

α) φορολογικές, τελωνειακές ή διοικητικές υποθέσεις,

β) υποθέσεις ευθύνης των οργάνων του δημοσίου για πράξεις και παραλείψεις κατά την άσκηση της κρατικής εξουσίας (acta iure imperii),

γ) ποινικές υποθέσεις, και

δ) στη διαιτησία.»

Παρατηρείται εν προκειμένω μία περιπτωσιολογία εξαιρέσεων των υποθέσεων στις οποίες δεν εφαρμόζεται το μέρος αυτού του νομοσχεδίου. Κατά βάση η εξαίρεση των ποινικών υποθέσεων είναι κατανοητή, αφού στόχος του νομοθετικού σχεδιασμού είναι η αντιμετώπιση των αγωγών, δηλαδή του νομικού εργαλείου που εδράζεται στο πλαίσιο έναρξης αστικής αντιδικίας ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων.

Όμως η εξαίρεση φορολογικών, τελωνειακών ή διοικητικών υποθέσεων, χρήζει διευκρίνισης. Κατ’ ουσίαν αυτές οι υποθέσεις δεν επεξηγείται εάν αφορούν στην δράση των δημοσίων προσώπων με αντίκτυπο σε θέματα φορολογικά ή διοικητικά. Επομένως εάν εξαιρούνται της εφαρμογής του νόμου, πρέπει να διευκρινίζεται ο λόγος της εξαίρεσης. Πχ η άσκηση δημόσιας κριτικής για τα φορολογικά ζητήματα «πόθεν έσχες» των δημοσίων προσώπων, φαίνεται εκ πρώτης αναγνώσεως, να μην αποτελεί υπαγόμενη περίπτωση στην προωθούμενη νομοθετική προστασία από στρατηγικές αγωγές. Σε μία τέτοια περίπτωση η αιτιολόγηση αυτής της εξαίρεσης, προκρίνεται σημαντικότατη για να γίνει αντιληπτός ο σκοπός που θα εξυπηρετείται.

Ακολούθως η μη εφαρμογή του σχεδιαζόμενου νόμου σε υποθέσεις «ευθύνης των οργάνων του δημοσίου για πράξεις και παραλείψεις κατά την άσκηση της κρατικής εξουσίας», είναι αρκετά γενικευμένη και χωρίς σαφή οριοθέτηση για το τι περιλαμβάνεται στην κρατική εξουσία. 

Η ενσωμάτωση στο νομοσχέδιο του όρου «acta iure imperii», δεν φαίνεται να επιλύει το γενικευμένο αυτό περιεχόμενο, δεδομένου του ότι ο Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 864/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβούλιου της 11ης Ιουλίου 2007 για το εφαρμοστέο δίκαιο στις εξωσυμβατικές ενοχές («Ρώμη II»), επεξηγεί τον παραπάνω όρο ως «πράξεις τελούμενες κατά την άσκηση δημόσιας εξουσίας.» 

Ο Εθνικός Νομοθέτης επομένως, επιδιώκοντας την εναρμόνιση με το πνεύμα των Ευρωπαϊκών Κανονισμών και Οδηγιών, θα πρέπει να αποσαφηνίσει τα όρια της εξουσίας του Κράτους η οποία ναι μεν περιλαμβάνεται στην δημόσια εξουσία, πλην όμως το Κράτος δεν είναι ο αποκλειστικός φορέας άσκησης της. 

Αντιθέτως εξουσία δημοσίου χαρακτήρα ασκείται και στα πλαίσια της Τοπικής Αυτοδιοίκησης τόσο στον πρώτο όσο και στον δεύτερο βαθμό αυτής. 

Κατά νομική αναγκαιότητα, εάν η νομοθετική επιδίωξη είναι ο περιορισμός της μη υπαγωγής στο νομοσχέδιο των υποθέσεων εκείνων και μόνο που αφορούν στο Κράτος υπό την στενή έννοια, τότε ανακύπτουν ζητήματα ως προς το επιτρεπτό της οριοθέτησης της δημόσιας εξουσίας, αναφορικώς προς το ενδεχόμενο του συνταγματικά μη επιτρεπτού αποκλεισμού ορισμένων εκ των φορέων της, από τις εξαιρέσεις του υπό κρίσιν νομοσχεδίου.

Περαιτέρω, σταχυολογώντας ανακύψαντες δικονομικούς προβληματισμούς, οφείλουμε καταρχάς να σταθούμε στο άρθρο 2 όπου αναφέρεται ότι: «Αντικείμενο του παρόντος Μέρους είναι η θέσπιση εγγυήσεων έναντι προδήλως αβάσιμων αγωγών……..» και συναφώς στο άρθρο 5, παρ.1 όπου αναφέρεται ότι: « Ο εναγόμενος σε Σ.Α.Α.Σ.Κ. δύναται να καταθέσει στη γραμματεία του δικαστηρίου και να επιδώσει στον ενάγοντα, μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της αγωγής σε αυτόν, δικόγραφο αίτησης απόρριψης της αγωγής σε πρώιμο στάδιο (εφεξής: «αίτηση»), με την οποία αιτείται την απόρριψη της αγωγής ως προδήλως απαράδεκτης ή προδήλως αβάσιμης σε πρώιμο διαδικαστικό στάδιο. Με το δικόγραφο της αίτησης εκτίθενται οι λόγοι για την απόρριψη της αγωγής και προσκομίζονται τα αποδεικτικά μέσα προς τούτο.»

Το ζήτημα που ανακύπτει εν προκειμένω, είναι η απουσία τόσο εννοιολογικού προσδιορισμού όσο και ουσιαστικής συγκεκριμενοποίησης των όρων «προδήλως απαράδεκτη και προδήλως αβάσιμη αγωγή».

Το «προδήλως αβάσιμο» και το «προδήλως απαράδεκτο», αποτελούν εξαιρετικά διευρυμένες έννοιες που δεν μπορούν εκ προοιμίου να θεωρηθούν ως αυτονόητα επεξηγημένες και εκ προοιμίου γνωστές, ώστε να εφαρμοστούν ευχερώς σε κάθε περίπτωση που άπτεται αυτού του είδους των αγωγών. Θα ήταν αδόκιμο μάλιστα να επιφορτιστεί αποκλειστικά ο Δικαστής με την κατηγοριοποίηση των περιπτώσεων αυτών, επιχειρώντας διασταλτικές ή συσταλτικές ερμηνείες, χωρίς καμία σαφή υφιστάμενη καθοδήγηση από την αντίστοιχη νομοθετική διάταξη.

Επιπρόσθετα, παρατηρείται η εισαγωγή μίας ιδιάζουσας δικονομικής διαδικασίας εκδίκασης των υποθέσεων αυτών. Συγκεκριμένα κατά το άρθρο 5:

«2. Ο ενάγων δύναται να αμφισβητήσει το παραδεκτό και τη βασιμότητα της αίτησης του εναγόμενου με την κατάθεση δικογράφου προτάσεων μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την επίδοση σε αυτόν του δικογράφου της αίτησης του εναγόμενου, προσκομίζοντας τα αποδεικτικά μέσα προς υποστήριξη των ισχυρισμών του.

3. Εντός δέκα (10) ημερών από την πάροδο της προθεσμίας της παρ. 1, ο Πρόεδρος του τριμελούς συμβουλίου διευθύνσεως του Πρωτοδικείου ορίζει τη δικάσιμο, τον δικαστή ή, εάν πρόκειται για υπόθεση που υπάγεται στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, τη σύνθεση του δικαστηρίου για την εκδίκαση της αίτησης. Η αίτηση δικάζεται από το δικαστήριο της αγωγής. Η δικάσιμος ορίζεται σε χρόνο που δεν απέχει περισσότερο από έναν (1) μήνα από την ημερομηνία ορισμού της. Οι διάδικοι, καθώς και εκείνοι που έχουν ασκήσει παρέμβαση υπέρ αυτών, κλητεύονται να παραστούν το αργότερο είκοσι (20) ημέρες πριν από τη δικάσιμο. Αναβολή της συζήτησης δεν επιτρέπεται.

4. Ο δικαστής ή το δικαστήριο αποφαίνεται επί της αίτησης μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την ημέρα της συζήτησης, με βάση τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν οι διάδικοι. Κατά τη συζήτηση, δεν εξετάζονται μάρτυρες ή οι διάδικοι και δεν χωρεί η διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης. Η παράλειψη του ενάγοντος να αντικρούσει το αίτημα περί απόρριψης σε πρώιμο στάδιο της αγωγής, καθώς και η απουσία των διαδίκων κατά τη δικάσιμο εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο.

Εάν η αίτηση γίνει δεκτή, εκδίδεται οριστική απόφαση, η οποία απορρίπτει την αγωγή ως προδήλως απαράδεκτη ή προδήλως αβάσιμη. Η απόρριψη της αίτησης γίνεται με έκδοση μη οριστικής απόφασης και η αγωγή εκδικάζεται κατά τη δικάσιμο που έχει ορισθεί κατά την κατάθεσή της.

5. Αν η αγωγή εκδικάζεται κατά τους κανόνες της τακτικής διαδικασίας, οι προτάσεις των διαδίκων κατατίθενται το αργότερο τριάντα (30) ημέρες πριν από τη δικάσιμο, η δε προσθήκη επί των προτάσεων κατατίθεται το αργότερο δεκαπέντε (15) ημέρες πριν από τη δικάσιμο, κατά παρέκκλιση των παρ. 1 και 2 του άρθρου 237 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182). Οι παρ. 3 έως 5 του άρθρου 237 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας δεν εφαρμόζονται. Κατά τη δικάσιμο, είναι δυνατή η εξέταση μαρτύρων, καθώς και των διαδίκων. Η αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων γίνεται με προσθήκη μέχρι τη δωδέκατη ώρα της πέμπτης εργάσιμης ημέρας από τη δικάσιμο. Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει αυτοψία ή πραγματογνωμοσύνη κατά την παρ. 8 του άρθρου 237 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

6. Αν η αγωγή εκδικάζεται με την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, εφαρμόζεται το άρθρο 591 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, εκτός της περ. α) της παρ. 1, περί προθεσμίας για την κλήτευση των διαδίκων.»

Ουσιαστικά εισάγεται ένα περίπλοκο δικονομικό σύστημα εκδίκασης των υποθέσεων αυτών, το οποίο φαίνεται πως θα λειτουργεί διαφοροποιημένα ως προς την ισχύουσα εθνική δικονομική νομοθεσία για τον τρόπο που μέχρι σήμερα εκδικάζονται παρόμοιες υποθέσεις. 

Για το ανωτέρω προς εισαγωγή σύστημα εκδίκασης, αδιαμφισβήτητα θα πρέπει να υπάρξει αντίστοιχη τροποποίηση των οικείων άρθρων του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Εύλογα όμως γεννάται το ερώτημα για το τι θα εξυπηρετήσει αυτό το πολύπλοκο προωθούμενο πλαίσιο, όταν το ήδη υφιστάμενο αντίστοιχα πλαίσιο δικονομικής άμυνας του εναγόμενου, παρέχει σε αυτόν εχέγγυα για τον τρόπο αντίκρουσης του περιεχομένου των εν λόγω αγωγών. Παράδειγμα τέτοιων υφιστάμενων τρόπων αντίκρουσης, είναι η προβολή ενστάσεων περί καταχρηστικότητας, ουσιαστικής αβασιμότητας αλλά και απόδειξης και ανταπόδειξης των πραγματικών περιστατικών δια εξέτασης μαρτύρων και δια της επίκλησης αποδεικτικών μέσων.

Επιπρόσθετα το υπό κρίσιν νομοσχέδιο στο άρθρο 9, προβλέπει ένα εκτενές πλαίσιο επιβολής δικονομικών κυρώσεων σε περίπτωση που μια στρατηγική αγωγή αποτροπής έκφρασης γνώμης, απορριφθεί ως καταχρηστική. 

Σε αυτό το πλαίσιο περιλαμβάνεται ενδεικτικά η καταβολή των δικαστικών εξόδων του εναγόμενου από τον ενάγοντα, η δικαστικώς αυτεπάγγελτη ή κατόπιν αιτήματος του εναγομένου διάταξη περί της δημοσίευσης της απόφασης σε δύο (2) ημερήσιες πανελλαδικές εφημερίδες και στις ιστοσελίδες τους. Επίσης προβλέπεται η αυτεπάγγελτη ή κατόπιν αιτήματος του εναγομένου, επιβολή στον ενάγοντα χρηματικής ποινής, η οποία ορίζεται σε ποσοστό ένα τοις εκατό (1%) επί του αιτήματος της αγωγής ή σε ποσό ύψους πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ, αν η διαφορά δεν είναι αποτιμητή σε χρήμα. Για την επιμέτρηση συνεκτιμάται η οικονομική κατάσταση των διαδίκων.

Επί των δικονομικών κυρώσεων αυτών, αίσθηση προκαλεί η πρόβλεψη πως «Τα έξοδα της παρούσας, στο μέτρο που είναι αναγκαία για τη διεξαγωγή και υποστήριξη της δικαστικής διαδικασίας, επιβάλλονται σε βάρος του ενάγοντος ακόμη και σε περίπτωση παραίτησης από την αγωγή». 

Στην πρόβλεψη αυτή καταρχάς, έχει εμφιλοχωρήσει μία ασάφεια καθώς δεν διευκρινίζεται για το εάν στον όρο «παραίτηση από την αγωγή», εννοείται παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής, από το δικαίωμα της αγωγής ή και από τα δύο. 

Πέραν αυτών σε μία τέτοια περίπτωση, ελλοχεύει ο κίνδυνος επιβολής μίας ιδιάζουσας τιμωρίας σε βάρος του ενάγοντα, που δεν θα έχει ουσιαστικά το δικαίωμα να παραιτηθεί είτε του δικογράφου, είτε του δικαιώματος της ασκηθείσας αγωγής του. Κάτι τέτοιο καταστρατηγεί τη δυνατότητα προσφυγής στην δικαιοσύνη, καθώς είναι αναφαίρετο δικαίωμα κάθε πολίτη να ζητά δικαστική προστασία και ακολούθως για μία εύλογη αιτία να δύναται να αποσύρει το αίτημα του να προστατευτεί, διευκολύνοντας έτσι την πρόοδο της διαδικασίας. 

Παράλληλα στη διάταξη αυτή δεν γίνεται μνεία για την περίπτωση ενδεχόμενης συμβιβαστικής επίλυσης μίας τέτοιας διαφοράς. Προς τούτο ανεξάρτητα του ζητήματος της εξουσίας διάθεσης του αντικειμένου, δεν διαφαίνεται κάποια ουσιώδης πρόβλεψη για την δυνατότητα πιθανής υπαγωγής της υπόθεσης στον θεσμό της Διαμεσολάβησης ακόμα και υπό την εκούσια μορφή της.

Η διαδικασία νομοθετικής εξασφάλισης του εναγόμενου προσώπου από αυτού του είδους τις αγωγές, θα ήταν δόκιμο να περιλαμβάνει και έναν σχεδιασμό επίλυσης της διαφοράς αυτής με τρόπο αμοιβαία δίκαιο για τα διάδικα μέρη, ως μία πρόσθετη δικονομική δυνατότητα που θα ενίσχυε το όλο εγχείρημα.

Επιλογικά, η συγκεκριμένη νομοθετική πρωτοβουλία για την αντιμετώπιση του φαινομένου των στρατηγικών αγωγών που στοχεύουν στο να εκφοβίσουν τον πολίτη να εκφράζει ανεμπόδιστα την γνώμη του, παρίσταται επιβεβλημένη και πρέπει να στηριχθεί άνευ άλλης σκέψης.

Είναι γνωστό πως σε ένα σύγχρονο Κράτος Δικαίου, η Δημοκρατία ως θεμέλιος λίθος ενισχύεται μέσα από δικλείδες ασφαλείας, οι οποίες προάγουν την ελεύθερη σκέψη και την γόνιμη κριτική. Εξάλλου οι επιταγές των Ευρωπαϊκών Κανονισμών και Οδηγιών, αποτελούν πυξίδα για τον ορθό προσανατολισμό της Εθνικής Νομοθεσίας. 

Σε αυτή την σημαντική προσπάθεια, είναι σημαντικό να υπάρξει μια σαφής παράθεση και ανάλυση εννοιολογικών προσδιορισμών, ώστε να αποφευχθούν κενά νόμου και δυσμενείς ασάφειες. Συγχρόνως, η δικονομική μεταχείριση των υποθέσεων αυτών τις οποίες πραγματεύεται το νομοσχέδιο, θα πρέπει να στοχεύσει στην δημιουργία μίας απλουστευμένης διαδικασίας, που δεν θα επιβαρύνει οικονομικά τα διάδικα μέρη και συγχρόνως θα προσφέρει την δέουσα ευελιξία στον Δικαστή. 

Στόχος σε κάθε περίπτωση πρέπει να είναι η ταχεία εκκαθάριση των υποθέσεων αυτής της φύσεως, χωρίς βέβαια να διακινδυνεύσει η ορθότητα στην απονομή της Δικαιοσύνης λόγω στενών χρονικών περιθωρίων.

Υπό το πρίσμα αυτών των ζητημάτων, το συγκεκριμένο νομοσχέδιο αποτελεί μία σπουδαία πρόκληση στην προσπάθεια εξασφάλισης της μέγιστης δυνατής προστασίας της ελεύθερης και γόνιμης άποψης. Συγχρόνως η τελική μορφή του νομοσχεδίου, δίχως άλλο θα αποτελέσει αντικείμενο εκτενών νομικών συζητήσεων και η εφαρμογή του στην πράξη θα είναι η απαρχή πλούσιας νομολογίας. 

Στην διαδρομή αυτή από την τελική διάρθρωση του νομοθετικού σχεδιασμού ως την έναρξη ισχύος του, ευελπιστούμε πως θα λάβουν χώρα οι απαραίτητες εκείνες διορθωτικές παρεμβάσεις, ώστε ο νέος νόμος όπως θα έχει διαμορφωθεί, να καταστεί μία επιτυχημένη καινοτομία, η οποία θα ενισχύσει το κοινωνικό σύνολο και θα στηρίζει την έννομη τάξη μέσω της στάθμισης των εκατέρωθεν συνταγματικώς κεκτημένων δικαιωμάτων.

Κωνσταντίνος Δ. Παπακωνσταντίνου

Δικηγόρος Παρ’ Αρείω Πάγω

Share This Article