Στους δρόμους με τον Απόστολο Παύλο

korinthosTV
10 Min Read

Tο διήγημα του Πέτρου  Φακιολά από το Λύκειο Ατσόγλου που κατέκτησε το 2ο βραβείο στον 1ο ΜΑΘΗΤΙΚΌ Παγκορινθιακο διαγωνισμο με θέμα: «Το αποτύπωμα του Αποστόλου Παύλου στον τόπο μας- Κόρινθος» που διοργάνωσαν από κοινού : Ο Τομέας Σχολικών Δραστηριοτήτων  της Δνσης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Κορινθίας, ο Δήμος Κορινθίων στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας δημιουργίας «Δικτύου Πόλεων Αποστόλου Παύλου» που ίδρυσε το 2025, η Ιερά Μητρόπολη Κορίνθου (της οποίας  ιδρυτής , προστάτης  και πολιούχος είναι ο Απ. Παύλος, το τοπικό παράρτημα της Πανελλήνιας Ένωσης Θεολόγων Κορινθίας  και το Γυμνάσιο Αθικίων.

Δεν θυμάμαι πότε ακριβώς άκουσα για πρώτη φορά το όνομά του· στην Κόρινθο τα νέα γεννιούνταν και χάνονταν μέσα σε λίγες ώρες, παρασυρμένα από τον θόρυβο της αγοράς και το αδιάκοπο πήγαινε-έλα των ανθρώπων.

Κι όμως, υπήρχαν φορές που ένα όνομα δεν χανόταν, αλλά επέμενε, σαν να είχε τη δική του βαρύτητα. Έτσι συνέβη και με τον Απόστολο Παύλο. Το άκουγα ξανά και ξανά, σε διαφορετικά στόματα, με διαφορετικό τόνο κάθε φορά. Άλλοι μιλούσαν με θαυμασμό, άλλοι με καχυποψία, άλλοι με ανοιχτή εχθρότητα. Αυτό από μόνο του ήταν αρκετό για να μου κινήσει την περιέργεια, αλλά όχι για να με πείσει. Ζούσα σε μια πόλη όπου οι ιδέες κυκλοφορούσαν όπως τα εμπορεύματα: άφθονες, φθηνές και συχνά χωρίς αξία.

Είχα μάθει να μην εμπιστεύομαι εύκολα όσους υπόσχονταν αλήθειες. Η εμπειρία μου είχε διδάξει πως οι περισσότεροι άνθρωποι που μιλούν για μεγάλα πράγματα επιδιώκουν μικρά συμφέροντα. Γι’ αυτό και όταν άκουσα για έναν άνθρωπο που μιλούσε για έναν νέο τρόπο ζωής, δεν βιάστηκα να τον αναζητήσω. Περίμενα να δω αν θα ξεχαστεί, όπως τόσοι άλλοι. Δεν ξεχάστηκε.

Τον είδα πρώτη φορά ένα απόγευμα, σε ένα σημείο της αγοράς όπου συνήθως συγκεντρώνονταν μικρά πλήθη. Δεν υπήρχε τίποτα εντυπωσιακό πάνω του. Δεν φορούσε πλούσια ρούχα, δεν είχε τη σιγουριά των επαγγελματιών ρητόρων. Το σώμα του έδειχνε ταλαιπωρημένο, σαν να είχε περάσει από πολλές δυσκολίες.

Κι όμως, το βλέμμα του είχε μια ένταση που δεν μπορούσες να αγνοήσεις. Δεν ήταν ένταση επιβολής, αλλά εσωτερικής βεβαιότητας. Στάθηκα σε απόσταση, προσπαθώντας να ακούσω χωρίς να φανώ. Μιλούσε ήρεμα, χωρίς στόμφο. Δεν προσπαθούσε να εντυπωσιάσει, ούτε να κερδίσει την εύνοια του πλήθους. Αυτό που έλεγε ήταν απλό, σχεδόν λιτό, κι όμως είχε βάθος. «Δεν ήρθα να σας πείσω με λόγια σοφά», είπε κάποια στιγμή, «αλλά να σας μιλήσω για αυτό που με άλλαξε». Εκείνη η φράση, τόσο λιτή, είχε μια δύναμη που δεν περίμενα.

Έφυγα χωρίς να πλησιάσω. Παρ’ όλα αυτά, κάτι μέσα μου είχε ήδη κινηθεί. Τις επόμενες μέρες, βρέθηκα ξανά κοντά του. Στην αρχή το απέδιδα στην περιέργεια. Ήθελα να καταλάβω τι ήταν αυτό που έκανε τους ανθρώπους να τον ακούν.

Όμως όσο τον παρακολουθούσα, τόσο δυσκολευόμουν να τον εντάξω σε μια κατηγορία. Δεν έμοιαζε ούτε με φιλόσοφο ούτε με προφήτη όπως τους είχα συνηθίσει. Δεν χρησιμοποιούσε περίπλοκες έννοιες ούτε προσπαθούσε να εντυπωσιάσει με τη γνώση του.

Μιλούσε απλά, αλλά όχι επιφανειακά. Μια νύχτα, όταν ο κόσμος είχε αραιώσει και είχαμε απομείνει λίγοι γύρω του, άρχισε να μιλά για τον εαυτό του. Δεν το έκανε για να κερδίσει συμπάθεια, αλλά γιατί, όπως είπε, δεν μπορούσε να μιλήσει για την αλήθεια χωρίς να μιλήσει πρώτα για το ψέμα μέσα στο οποίο είχε ζήσει. Μας είπε πως κάποτε τον έλεγαν Σαύλο και πως ήταν διώκτης των Χριστιανών.

Δεν προσπάθησε να ωραιοποιήσει το παρελθόν του. Το περιέγραψε όπως ήταν, με μια ειλικρίνεια που σχεδόν πονούσε. Μιλούσε για πράξεις που τώρα τον βάραιναν, για βεβαιότητες που αποδείχθηκαν λάθος. Και ύστερα μίλησε για εκείνη τη στιγμή που άλλαξε τα πάντα: τον δρόμο προς τη Δαμασκό, το φως, τη φωνή που τον κάλεσε να αναλογιστεί όσα έκανε.

Δεν ξέρω αν αυτό που περιέγραψε ήταν όπως το είπε. Ξέρω όμως πως ο τρόπος που το έλεγε δεν άφηνε περιθώριο για αμφιβολία ότι για τον ίδιο ήταν αληθινό. Και αυτό ήταν αρκετό για να με ταράξει. Γιατί αν ένας άνθρωπος μπορούσε να αναγνωρίσει τόσο βαθιά το λάθος του και να αλλάξει, τότε ίσως υπήρχε κάτι περισσότερο απ’ ό,τι είχα συνηθίσει να πιστεύω. Από εκείνη τη στιγμή, η στάση μου άλλαξε.

Δεν ήμουν πια απλός παρατηρητής. Άρχισα να τον ακολουθώ πιο συνειδητά, να ακούω όχι μόνο τα λόγια του αλλά και να παρατηρώ τη ζωή του. Γιατί, τελικά, αυτό που με ενδιέφερε περισσότερο δεν ήταν τι έλεγε, αλλά αν ζούσε σύμφωνα με αυτά που έλεγε. Και η ζωή του δεν ήταν εύκολη.

Τα ταξίδια ήταν δύσκολα και γεμάτα αβεβαιότητα. Υπήρχαν μέρες που η πείνα γινόταν αισθητή και η κούραση έμοιαζε να μην έχει τέλος. Οι δρόμοι ήταν γεμάτοι κινδύνους και οι άνθρωποι όχι πάντα φιλικοί. Σε πολλές πόλεις τον αντιμετώπισαν με δυσπιστία ή και εχθρότητα. Κάποιοι τον κατηγόρησαν, άλλοι τον απείλησαν. Θυμάμαι μια πόλη όπου το πλήθος εξαγριώθηκε.

Οι φωνές υψώθηκαν, τα πρόσωπα σκλήρυναν. Περίμενα να δειλιάσει ή να προσπαθήσει να κατευνάσει την κατάσταση με υποχωρήσεις. Εκείνος, όμως, παρέμεινε σταθερός. Δεν προκάλεσε, αλλά ούτε και υποχώρησε. Μίλησε με ηρεμία, χωρίς φόβο, σαν να είχε αποδεχτεί τις συνέπειες των λόγων του πριν ακόμη τις αντιμετωπίσει. Αυτή η στάση με εντυπωσίασε βαθιά.

Γιατί μέχρι τότε είχα μάθει πως οι άνθρωποι αλλάζουν όταν απειλούνται. Εκείνος όχι. Οι δυσκολίες κορυφώθηκαν όταν τον συνέλαβαν. Η φυλακή ήταν ένας τόπος σκοτεινός, όχι μόνο από έλλειψη φωτός, αλλά και από έλλειψη ελπίδας. Οι άνθρωποι εκεί μέσα είχαν συνηθίσει να περιμένουν το χειρότερο. Κι όμως, μέσα σε εκείνον τον χώρο, ο Παύλος δεν έχασε τη δύναμή του.

Δεν μιλούσε για αδικία ούτε για εκδίκηση. Μιλούσε για ελπίδα. Στην αρχή αυτό μου φάνηκε ακατανόητο. Πώς μπορούσε ένας άνθρωπος, μέσα σε τέτοιες συνθήκες, να μιλά για κάτι τόσο άυλο; Κι όμως, όσο τον άκουγα, τόσο καταλάβαινα πως η ελπίδα για εκείνον δεν ήταν μια ιδέα, αλλά μια στάση ζωής. Η νύχτα του σεισμού έμεινε χαραγμένη μέσα μου.

Οι τοίχοι σείστηκαν, οι πόρτες άνοιξαν, και για μια στιγμή φάνηκε πως η ελευθερία ήταν μπροστά μας. Τον παρότρυνα να φύγουμε, να εκμεταλλευτούμε την ευκαιρία. Εκείνος αρνήθηκε. Εκείνη η άρνηση ήταν για μένα ένα σημείο καμπής. Κατάλαβα πως η ελευθερία, όπως την αντιλαμβανόμουν εγώ, δεν είχε την ίδια σημασία για εκείνον. Με τον καιρό, άρχισα να κατανοώ βαθύτερα το μήνυμά του.

Η αγάπη, για την οποία μιλούσε συνεχώς, δεν ήταν απλώς ένα συναίσθημα, αλλά μια επιλογή. Μια επιλογή δύσκολη, γιατί απαιτούσε να βάζεις τον άλλον πάνω από τον εαυτό σου, να συγχωρείς εκεί που θα ήταν πιο εύκολο να θυμώσεις, να επιμένεις εκεί που όλα σε ωθούν να εγκαταλείψεις. Αυτή η ιδέα με δυσκόλευε. Δεν ήταν εύκολο να την αποδεχτώ, γιατί ανέτρεπε όσα είχα μάθει. Κι όμως, όσο τον παρατηρούσα, τόσο έβλεπα πως δεν επρόκειτο για λόγια χωρίς αντίκρισμα. Ζούσε όπως μιλούσε.

Η τελευταία φορά που τον είδα ήταν πριν φύγει για τη Ρώμη. Υπήρχε μια αίσθηση τέλους, όχι δραματική αλλά βαθιά. Τον ρώτησα αν φοβάται. Μου απάντησε πως ο φόβος είναι μέρος της ανθρώπινης φύσης, αλλά δεν πρέπει να γίνεται οδηγός των πράξεων μας. Αυτή η διάκριση, τόσο λεπτή και τόσο ουσιαστική, έμεινε μέσα μου. Όταν έμαθα για τον θάνατό του, ένιωσα ένα κενό.

Όχι μόνο γιατί χάθηκε ένας άνθρωπος που είχα γνωρίσει, αλλά γιατί ένιωσα πως χάθηκε μια παρουσία που έδινε νόημα σε όσα είχα αρχίσει να καταλαβαίνω. Κι όμως, με τον καιρό κατάλαβα πως αυτό που είχε αφήσει πίσω του δεν μπορούσε να χαθεί. Σήμερα, όταν περπατώ στους δρόμους της Κορίνθου, όλα μοιάζουν ίδια.

Κι όμως, μέσα μου τίποτα δεν είναι όπως πριν. Δεν μπορώ να πω πως έγινα άλλος άνθρωπος από τη μια στιγμή στην άλλη. Αλλά σίγουρα δεν είμαι πια ο ίδιος. Γιατί κάποτε συνάντησα έναν άνθρωπο που δεν προσπάθησε να με πείσει, αλλά να ζήσει την αλήθεια που πίστευε. Και αυτή η συνάντηση, όσο κι αν προσπαθήσω, δεν μπορεί να ξεχαστεί.

Επιμέλεια διηγήματος Φακιολάς Παναγιώτης Πέτρος

Share This Article