
Γυναικοκτονίες: «Αιμοχαρείς σύντροφοι» Γράφει η Φιορέλα – Μαριάννα Φεράϊ
Και οι γυναικοκτονίες συνεχίζονται στη χώρα μας…
Δυστυχώς, στη ματωμένη και συνάμα ποτισμένη με αθώο αίμα γυναικών λίστα προστίθενται ακόμα 2 θύματα που το «νήμα» της ζωής τους κόπηκε βίαια από ανθρώπινο χέρι με το «έτσι θέλω».
2 γυναίκες έπεσαν νεκρές στο βωμό της πατριαρχίας που θέλει τη γυναίκα να υπακούει και να υποτάσσεται στον σύντροφό της. Τον σύντροφο που θεωρεί τη γυναίκα ιδιοκτησία του.
Τα 2 θύματα αυτής της «μάστιγας» που ακούει στο όνομα: γυναικοκτονία είναι η 43χρονη Δώρα Ναστούλη, μητέρα 3 παιδιών, η οποία πυροβολήθηκε εξ επαφής από τον 30χρονο πρώην σύντροφό της στο Αγρίνιο. Το δεύτερο θύμα είναι η 41χρονη Γαρυφαλλία, η οποία υπέκυψε στα τραύματά της στη ΜΕΘ του νοσοκομείου ΚΑΤ, έπειτα από τον άγριο ξυλοδαρμό που δέχτηκε από τον πρώην σύντροφό της στην Πάτρα.
Παρατηρούμε ότι το χέρι του γυναικοκτόνου «οπλίζει» η επιθυμία και το θάρρος της γυναίκας να προχωρήσει στη ζωή της, η ζήλεια που τρέφει ο κάθε γυναικοκτόνος που στα μάτια του η γυναίκα δεν είναι τίποτε, παρά ένα κτήμα. Επιπλέον, το χέρι κάθε επόμενου γυναικοκτόνου «σηκώνει» και η αδιαφορία που επιδεικνύουν οι θεατές της διπλανής πόρτας, ακόμη και συγγενείς που «σπάνε» τη σιωπή τους μονάχα όταν το κακό έχει ήδη διαπραχθεί.
Περισσότερο, όμως, το χέρι του κάθε επόμενου γυναικοκτόνου «οπλίζει» η κρατική αδιαφορία, των Αρχών που «κλείνουν» τα μάτια σε ένα περιστατικό έμφυλης βίας που αποζητά βοήθεια και συνάμα «εκμυστηρεύεται» μια προαναγγελθείσα γυναικοκτονία.
Μέχρι τώρα, αναφορικά με το έτος 2024, έχουν διαπραχθεί 13 γυναικοκτονίες. Το θέμα είναι ότι μιλάμε για ανθρώπινες ζωές που προσπάθησαν να δραπετεύσουν από τον «εφιάλτη» τους κάνοντας όλες τις σωστές – απαραίτητες – κινήσεις, όμως δε τα κατάφεραν.
Πώς γίνεται, όμως, γυναίκες που μίλησαν και αναζήτησαν βοήθεια στις Αρχές να κατέληξαν από τα χέρια των μανιακών (νυν – πρώην) συντρόφων τους;
Η απάντηση είναι πως: Γίνεται με την αδιαφορία που «εκτελεί» τη γυναίκα εις διπλούν, όπως την 28χρονη Κυριακή Γρίβα που δολοφονήθηκε έξω από το Α.Τ. Αγίων Αναργύρων από τον πρώην σύντροφό της, όπου η ίδια είχε απευθυνθεί ζητώντας βοήθεια.
Γίνεται με την αδιαφορία που φωνάζει ότι: «Το περιπολικό δεν είναι ταξί».
Γίνεται με την αδιαφορία που δείχνει ο κρατικός μηχανισμός σε κάθε καταγγελία, σε κάθε μήνυση για ξυλοδαρμό και σε κάθε καθημερινή εμφάνιση μιας γυναίκας σε ένα αστυνομικό τμήμα για να ειδοποιήσει ότι κινδυνεύει, όπως στην περίπτωση του 12ου θύματος γυναικοκτονίας, της 43χρονης Δώρας.
Κι έτσι καταλήγουμε στο αποτρόπαιο.
Από την άλλη πλευρά, όμως, ούτε η εγκατάσταση του panic button (κουμπί πανικού) έχει αποδώσει κάποιο αποτέλεσμα.
Γιατί, πώς μπορεί ένα panic button να αφοπλίσει το χέρι ενός γυναικοκτόνου που διψά για αίμα;
Γιατί, πώς μπορεί ένα panic button να σώσει μια ζωή, όταν εκείνη βρίσκεται ένα βήμα πριν το θάνατο;
Πώς;
Τα ερωτηματικά πάμπολλα. Οι απαντήσεις, όμως;
Και γι’ αυτό καταλήγουμε πάντα στο μοιραίο, όπου οι γυναικοκτόνοι «βάφουν» τα χέρια τους με αίμα δίχως δεύτερη σκέψη.
Δυστυχώς, το ζήτημα είναι εξαιρετικά σοβαρό και γι’ αυτό αποτελεί επιτακτική ανάγκη η νομική αναγνώριση του όρου «γυναικοκτονία» που τοποθετείται υπό την ομπρέλα της ανθρωποκτονίας.
Πρέπει να λέμε το κάθε πράγμα με το όνομά του. Είναι γυναικοκτονία, όχι ανθρωποκτονία. Στο στόχαστρο βρίσκονται μόνον γυναίκες.
Πόσες γυναίκες, όμως πρέπει ακόμη να δολοφονηθούν για να αναγνωριστεί ο όρος;
Πόσες μητέρες και πόσοι πατεράδες πρέπει να κλάψουν τις κόρες τους; Πόσα αδέρφια τις αδερφές τους;
Πόσα παιδιά πρέπει να μείνουν χωρίς τη μητέρα τους;
Πρέπει λοιπόν, το κράτος να αυξήσει τους ξενώνες φιλοξενίας για τις κακοποιημένες γυναίκες, έτσι ώστε τα θύματα έμφυλης βίας να μη διστάσουν να ζητήσουν βοήθεια, πιστεύοντας ότι δε θα τη βρουν.
Εμείς ως κοινωνία, πρέπει να μιλήσουμε δίχως να παραμείνουμε θεατές της κλειδαρότρυπας, όταν ο συνάνθρωπός μας κινδυνεύει. Μάλιστα, πρέπει να παροτρύνουμε και τα θύματα να ζητήσουν βοήθεια δίχως να φοβηθούν τη στοχοποίηση.
Τέλος, οφείλουμε να μην καθιστούμε τον εαυτό μας συνένοχο επιλέγοντας τη σιωπή, αλλά μάρτυρα επιλέγοντας την αποκάλυψη. Μα πάνω απ’ όλα επιλέγοντας τη σωτηρία μιας ζωής.























