
Μια από τις πιο σοκαριστικές ιστορίες στην παγκόσμια ιστορία ραδιενεργών ατυχημάτων εκτυλίχθηκε το 1987 στην Γκοϊάνια, όταν μια φαινομενικά αθώα κλοπή εξελίχθηκε σε μια αόρατη τραγωδία με θύματα και μαζική μόλυνση. Όλα ξεκίνησαν όταν δύο άνδρες, αναζητώντας παλιοσίδερα, εισέβαλαν σε μια εγκαταλελειμμένη ιδιωτική κλινική της πόλης. Εκεί εντόπισαν μια παλιά συσκευή ακτινοθεραπείας, την οποία αποφάσισαν να αφαιρέσουν και να μεταφέρουν, χωρίς να γνωρίζουν ότι στο εσωτερικό της υπήρχε καίσιο-137, ένα εξαιρετικά επικίνδυνο ραδιενεργό υλικό.
Η συσκευή κατέληξε τελικά σε μάντρα ανακύκλωσης, όπου ο ιδιοκτήτης της επιχείρησης, προσπαθώντας να αξιοποιήσει τα μεταλλικά της μέρη, άνοιξε το προστατευτικό περίβλημα. Τότε αποκαλύφθηκε μια παράξενη, φωσφορίζουσα μπλε σκόνη, η οποία έμοιαζε σχεδόν μαγευτική μέσα στο σκοτάδι. Χωρίς να έχει καμία γνώση του κινδύνου, ο ίδιος αλλά και άλλοι άνθρωποι άρχισαν να αγγίζουν το υλικό, να το δείχνουν σε συγγενείς και φίλους, ακόμη και να το μεταφέρουν στα σπίτια τους. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μικρά παιδιά έπαιξαν με τη σκόνη, γοητευμένα από τη λάμψη της, απλώνοντάς την πάνω στο δέρμα τους.
Μέσα σε λίγες ημέρες, άρχισαν να εμφανίζονται τα πρώτα ανησυχητικά συμπτώματα. Οι άνθρωποι που είχαν εκτεθεί παρουσίαζαν έντονη ναυτία, εμετούς, ζαλάδες, εγκαύματα στο δέρμα και ανεξήγητη αδυναμία. Σε πολλές περιπτώσεις παρατηρήθηκε απώλεια μαλλιών και σοβαρές εσωτερικές βλάβες, χωρίς οι γιατροί να μπορούν αρχικά να κατανοήσουν την αιτία. Η κατάσταση γινόταν ολοένα και πιο σοβαρή, μέχρι τη στιγμή που οι αρχές αντιλήφθηκαν ότι επρόκειτο για έκθεση σε ραδιενέργεια.
Όταν αποκαλύφθηκε η πραγματική φύση του υλικού, είχε ήδη προκληθεί εκτεταμένη μόλυνση. Η ραδιενεργή σκόνη είχε διασκορπιστεί σε σπίτια, αντικείμενα, ρούχα και δρόμους, δημιουργώντας πολλαπλές εστίες κινδύνου μέσα στην πόλη. Οι αρχές κινητοποιήθηκαν άμεσα, θέτοντας την Γκοϊάνια σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Ειδικά συνεργεία άρχισαν να ελέγχουν τον πληθυσμό, ενώ πάνω από 112.000 άνθρωποι πέρασαν από εξετάσεις για πιθανή μόλυνση.
Ο απολογισμός της τραγωδίας ήταν βαρύς: τέσσερις άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους, ενώ 249 επιβεβαιώθηκε ότι είχαν μολυνθεί από τη ραδιενέργεια. Πολλοί από αυτούς χρειάστηκαν μακροχρόνια ιατρική παρακολούθηση, ενώ οι συνέπειες επηρέασαν τη ζωή τους για χρόνια. Παράλληλα, οι αρχές προχώρησαν σε δραστικά μέτρα απολύμανσης: σπίτια κατεδαφίστηκαν, μεγάλες ποσότητες μολυσμένου εδάφους απομακρύνθηκαν και προσωπικά αντικείμενα καταστράφηκαν, προκειμένου να περιοριστεί η εξάπλωση της ραδιενέργειας.
Το ατύχημα της Γκοϊάνια καταγράφηκε ως ένα από τα σοβαρότερα ραδιολογικά περιστατικά παγκοσμίως, όχι λόγω κάποιας πυρηνικής έκρηξης, αλλά εξαιτίας της αμέλειας και της έλλειψης ελέγχου σε επικίνδυνα υλικά. Ανέδειξε με τον πιο σκληρό τρόπο τον κίνδυνο που μπορεί να προκύψει από «ορφανά» ραδιενεργά αντικείμενα — υλικά δηλαδή που παραμένουν αφύλακτα και εκτός ελέγχου.























