Νέο Κληρονομικό Δίκαιο και Οφειλές Κληρονομίας: Η Πρόκληση της Αναδρομικότητας στα Όρια του Συνταγματικώς Επιτρεπτού

korinthosTV
8 Min Read

Η επικείμενη εκ βάθρων και μετά από δεκαετίες τροποποίηση του κληρονομικού δικαίου, βρίσκεται πλέον προ των πυλών. Στο πλαίσιο αυτό, η διαμόρφωση των υποχρεώσεων του κληρονόμου ως προς τα χρέη της κληρονομίας υπό το πρίσμα του νέου νομοθετήματος, έχει αποκτήσει σπουδαίο ενδιαφέρον τόσο νομικό όσο και κοινωνικό. 

Ως ιδιάζουσα καινοτομία, η υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, πλήρης διασφάλιση της ατομικής περιουσίας του κληρονόμου ο οποίος δεν θα ευθύνεται πλέον για τα χρέη της κληρονομίας την οποία αποκτά, συνδέεται αναπόδραστα με το ζήτημα της αναδρομικότητας ή μη του νέου νόμου επί αυτής της καινοτόμου ρυθμίσεως, μονοπωλώντας τις νομικές συζητήσεις και την αντίστοιχη διαβούλευση.

Αναπόφευκτα, ο βασικός προβληματισμός για το επιτρεπτό καταρχάς της αναδρομικότητας και εν συνεχεία για το εύρος της, αναδεικνύεται σε μείζον ζήτημα και συνίσταται στην ενδεχόμενη καταστρατήγηση απαιτήσεων των δανειστών της κληρονομίας αλλά και στην επίδραση της αναδρομικής εφαρμογής σε ήδη ανοιγείσες από τους κληρονομικούς δανειστές δίκες.

Ο Άρειος Πάγος σε σχετική απόφαση του (υπ.αρ.1385 / 2018,  Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ),  έχει κρίνει ότι: «Το άρθρο 2 ΑΚ εκφράζει τη γενικότερη αρχή του δικαίου περί μη αναδρομικότητας των νόμων, που αποβλέπει στην κατά το δυνατό βεβαιότητα των δικαιωμάτων ασφάλειας των συναλλαγών και σταθερότητας δικαίου, η οποία (αρχή) όμως δεν κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και έτσι η διάταξη αυτή δεν έχει αυξημένη τυπική ισχύ. Επομένως ο νομοθέτης δεν εμποδίζεται, κατ’ αρχήν, να προσδώσει στο νόμο αναδρομική ισχύ, με μόνο περιορισμό, τη μη προσβολή συνταγματικώς προστατευομένων δικαιωμάτων. Στο νόμο μπορεί να δοθεί αναδρομική δύναμη ρητώς ή σιωπηρώς (έμμεσα), όταν δηλαδή από την έννοια και το σκοπό του συνάγεται νομοθετική βούληση περί αναδρομικής ισχύος του, ώστε να ρυθμιστούν και περασμένα γεγονότα ή σχέσεις του παρελθόντος. Εξαιρέσεις από το επιτρεπτό της αναδρομικής ισχύος του νόμου προβλέπονται στο Σύνταγμα από τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 1 και 78 παρ. 2 του Συντάγματος. Από την απόλυτη απαγόρευση στο Σύνταγμα της αναδρομικότητας των νόμων, που ορίζουν οι συνταγματικές διατάξεις, συνάγεται, ότι στις άλλες περιπτώσεις η αναδρομική ισχύς είναι μεν επιτρεπτή, δεν μπορεί όμως να υπερβεί τα όρια, που θέτουν τα άρθρα 4 και 17 του Συντάγματος, καθώς και οι υπερνομοθετικής ισχύος (άρθρ. 28 παρ. 1 του Συντάγματος) διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ»

Σαφώς η διασφάλιση των πάσης φύσεως απαιτήσεων των κληρονομικών δανειστών δεν θα πρέπει να θιγεί από μία αιφνιδιαστική αναδρομικότητα, πλην όμως θα πρέπει αντιστοίχως να αιτιολογηθεί η πιθανή επιλογή του νομοθέτη να προσδώσει περιορισμένη αναδρομική ισχύ ή ακόμη και να επιλέξει να μην υφίσταται καν αναδρομική ισχύς.

Για την δεύτερη περίπτωση, σε μία άλλη εξαιρετικά ενδιαφέρουσα απόφαση του Αρείου Πάγου (υπ.αρ.223/2002), αναφέρεται ότι: «Με το άρθρο 2 Α.Κ. καθιερώνεται γενικότερη αρχή του δικαίου, περί μη αναδρομικότητας των νόμων, η οποία επιβάλλεται από την ανάγκη για τη βεβαιότητα των δικαιωμάτων, την ασφάλεια των συναλλαγών και τη σταθερότητα του δικαίου. Με βάση την αρχή αυτή δεσμεύεται ο δικαστής και υποχρεούται να εφαρμόσει το νέο νόμο κατά κανόνα μόνο επί των σχέσεων, που δημιουργούνται μετά την ισχύ του. Αντίθετα για τις σχέσεις και τα δικαιώματα, τα οποία γεννήθησαν στο παρελθόν οφείλει να εφαρμόσει το παλαιό δίκαιο, εκτός αν ρητώς δίδεται στο νέο νόμο αναδρομική ισχύς (Ολ. Α.Π. 654/1984), εφόσον τούτο δεν προσκρούει σε συνταγματική διάταξη (Ολ.Α.Π. 40/1998)»

Εάν λοιπόν κατά τα ανωτέρω καμφθεί η διάκριση των έννομων σχέσεων σε προ και μετά την ισχύ του νέου νόμου υφιστάμενες και προκριθεί η εφαρμογή της αναδρομικότητας με ρητή νομοθετική πρόβλεψη, αυτή θα πρέπει μεν να μην διαταράσσει την συνταγματική ανεκτικότητα, αλλά συγχρόνως η εν λόγω ανεκτικότητα θα πρέπει να προσδιοριστεί με σαφήνεια και πληρότητα. Κάτι τέτοιο μπορεί να επιτευχθεί μόνο με έναν εξειδικευμένο προσδιορισμό των δικαιωμάτων των δανειστών της κληρονομίας κατά είδος και περίπτωση. Παραδείγματος χάρη αυτό μπορεί να περιλαμβάνει δικαιώματα δημοσίου ή ιδιωτικού χαρακτήρα ως προς την αντίστοιχη νομική μεταχείριση τους και ακολούθως περαιτέρω κατηγοριοποίηση σε απαιτήσεις γεγενημένες ή μη, εκκαθαρισμένες ή ανεκκαθάριστες, δικαστικώς επιδιώξιμες, βεβαιωμένες, τελούσες υπό αίρεση ή προθεσμία, εμπραγμάτως εξασφαλισμένες και άπαντα τα ανωτέρω σε συνάρτηση με επιμέρους ζητήματα παραγραφής.

Υπό τα δεδομένα αυτά ο νομοθέτης μπορεί να οριοθετήσει το επιτρεπτό της αναδρομικότητας των νέων νομοθετικών ρυθμίσεων ως προς τις οφειλές της κληρονομίας, περιγράφοντας έτσι έστω έμμεσα και τον χρονικό ορίζοντα του αναδρομικού χαρακτήρα.

Επιπλέον ένα εκ των θεμάτων που παραλλήλως αναδεικνύεται είναι και το εξής: Αφενός η πιθανολογούμενη κατάργηση-με το νέο νομοθέτημα-του θεσμού της αποδοχής κληρονομίας με το ευεργέτημα της απογραφής καθώς και ο χρόνος που θα επέλθει η κατάργηση αυτού και αφετέρου η έναρξη ισχύος των νέων διατάξεων ως προς τα χρέη της κληρονομίας, θα αποτελέσουν δύο τεμνόμενες νομικές καταστάσεις.  

Για το μεσοδιάστημα αυτό, θα πρέπει να υπάρξει μία σαφής πρόβλεψη περί της διασφάλισης των συμφερόντων των κληρονόμων, οι οποίοι έχουν ακόμη το περιθώριο και υφίστανται για αυτούς προθεσμίες ώστε να αποδεχτούν την κληρονομία με το ευεργέτημα της απογραφής, αλλά ενδεχομένως να μπορούν να υπαχθούν και στις νέες νομοθετικές διατάξεις. 

Εφόσον λοιπόν οι νεότερες διατάξεις του υπό διαμόρφωση κληρονομικού δικαίου επιβάλλουν ρητά την κατάργηση προγενέστερων ειδικών διατάξεων και αντιστοίχων ειδικότερων περιπτώσεων όπως το ευεργέτημα της απογραφής, θα πρέπει να προκύπτει κατά τρόπο σαφή και με ρητή ρυθμιστική αποτύπωση η πρόθεση του νομοθέτη να καταργήσει την προγενέστερη ειδική νομοθεσία περί του ευεργετήματος, με ταυτόχρονη επεξήγηση των χρονικών σημείων που αυτό θα επέλθει. 

Συγχρόνως οι αντίστοιχες προϋποθέσεις της επικείμενης κατάργησης της αποδοχής δια του ευεργετήματος και η (πιθανή) ύπαρξη εκ παραλλήλου ευχέρειας για υπαγωγή στις νέες διατάξεις περί μη ευθύνης για τα κληρονομικά χρέη χρήζουν διασαφήνισης. Διότι και στην περίπτωση αυτή, οι κατά τα ως άνω έννομες σχέσεις προ και μετά την ισχύ ενός νομικού πλαισίου υφιστάμενες, θα πρέπει να αντιμετωπιστούν στο πλαίσιο του αναδρομικώς επιτρεπτού.

Εν κατακλείδι η συζήτηση για την αναδρομική εφαρμογή ενός ρηξικέλευθου νομοθετήματος όπως είναι το νέο κληρονομικό δίκαιο ειδικώς ως προς τα κληρονομικά χρέη, αναμφισβήτητα δεν μπορεί να εξαντληθεί χρονικά και ποσοτικά. Η διάπλαση εξάλλου των εννόμων σχέσεων που αποτελούν προέκταση της κοινωνικής λειτουργίας και της υπόστασης των δικαιωμάτων κάθε οντότητας, συναρτώνται άμεσα και αδιάρρηκτα με τον θεσμό της συνταγματικής προστασίας από αυθαίρετες παρεμβάσεις στα δικαιώματα αυτά.

Σε κάθε όμως περίπτωση, η πλήρης πρόβλεψη για το τι περιλαμβάνεται ως προς την αναδρομικότητα, θα διευκολύνει άνευ ετέρου την πρακτική εφαρμογή των νέων διατάξεων, δίνοντας στον πολίτη την δυνατότητα να αντιληφθεί ευχερώς πως προστατεύεται από τα χρέη της κληρονομίας και κυρίως πως θα επιλύεται πλέον το φαινόμενο των μαζικών αποποιήσεων κληρονομιών προς αποφυγή υπερχρέωσης των κληρονόμων.

Υπό τα δεδομένα αυτά ευελπιστούμε ότι η τελική κατάρτιση του νομοθετικού κειμένου, θα είναι αποτέλεσμα επεμβάσεων που θα αποσκοπούν στην εξασφάλιση της συνοχής και της συνταγματικής ευταξίας ως ειδικότερης έκφανσης και έκφρασης του σύγχρονου κράτους δικαίου.

Κωνσταντίνος Δ. Παπακωνσταντίνου

Δικηγόρος Παρ’ Αρείω Πάγω

Share This Article