

«Τι κάνω εγώ εδώ πέρα;» αναρωτήθηκε, κι ένα δάκρυ κύλησε στο αυλακωμένο του πρόσωπο. Θυμήθηκε κάποιες άλλες μέρες …..μέρες του αγώνα, μέρες ευτυχίας, δόξας, εκεί όπου όλα έμοιαζαν να είναι μπορετά, άφθαρτα, αιώνια, απροσδιόριστα ωραία …
Άπλωσε το χέρι του έξω απ’ την εκκλησιά της Ευαγγελίστριας όπως κάθε Παρασκευή (δώρον της Πατρίδος … η άδεια επαιτείας), σα να έβγαινε η ψυχή του τη στερνή ώρα.
Προσπερνούσαν … προσπερνούσαν αδιάφορα, κι άλλοι πετούσαν κάποια κέρματα μηδαμινής αξίας … ο καθένας εντέλει δίνει απ’ αυτό που είναι η φτιαξιά και το ριζικό του.Μετρούσε τα βήματα, δεν έβλεπε την ώρα να φτάσει στο φτωχικό του. Τα πόδια του δεν τον κρατούσαν πια. Ψηλαφώντας το τοίχο έφτασε στη ξύλινη πόρτα, που άνοιξε μ’ έναν τριγμό σα να άνοιγαν οι πύλες της κολάσεως. Περπάτησε αργά. Δεν έβλεπε τη στιγμή να φτάσει στο πρόχειρο ξεχαρβαλωμένο κρεβάτι του με τις ξύλινες τάβλες, για να ξεκουράσει το πονεμένο του σώμα, τη βασανισμένη του ψυχή που γύρευε πια το λυτρωμό. Κι άμα ξάπλωσε, μέσα στο απέραντο σκοτάδι του σαν παρηγοριά άρχισε κατά πως το συνήθιζε, να ταξιδεύει μέσα απ’ τις μνήμες του πάνω στο άλογό του με την ωραία φορεσιά του, ενώ τα παλικάρια του αρματωμένα τον ακολουθούσαν. Ατρόμητος, αγέρωχος, λαμπερός να τον θαυμάζουν όλοι, απ’ όπου κι αν περνάει … ο Νικήτας έρχεται … ο Νικήτας πάνω στ’ άσπρο του άλογο, σαν Αρχάγγελος σταλμένος απ’ τον Θεό να λευτερώνει τους σκλαβωμένους αδελφούς του … ο Νικήτας …ο Νικήτας.
Κι άξαφνα μεσ’ την απόλυτη σιωπή, σα να ‘χε σκιστεί ο ουρανός στα δύο, τάγματα αγγέλων στα λευκά πλημμύρισαν τη σκοτεινή και άδεια κάμαρά του … ένα φως … ένα εκθαμβωτικό φως εκάλυψε τα πάντα … κι εκείνος παρασυρμένος όπως ένα φτερό που αιωρείται στου σύμπαντος τα βάθη έγειρε το κεφαλάκι του αργά στα βρώμικα στρωσίδια κι αφέθηκε η ψυχή του στα χέρια του Υψίστου …
Αντάμα του, οι δυο του κόρες, η κυρά του και ο γιος του με τις καλές τους φορεσιές της Αναστάσεως, τ’ άσπρο του άλογο αρματωμένο έτοιμο για νέες μάχες και λίγο παραπέρα τα σκοτωμένα παλικάρια του μ’ επουλωμένες τις πληγές τους σαν του Χριστού, μες τη χαρά να τον επευφημούν καλωσορίζοντάς τον … «Καλώς όρισες καπετάνιε … καλώς όρισες» όλο έλεγαν και ξανάλεγαν μη μπορώντας να συγκρατήσουν τα δάκρυα χαράς που σαν ποταμός διέσχιζαν τα τραχιά πρόσωπά τους.























