Το Διοικητικό Συμβούλιο του Συλλόγου Εκπαιδευτικών Π.Ε. Κορινθίας , σε πλήρη εναρμόνιση με τις συλλογικές αποφάσεις της Διδασκαλικής Ομοσπονδίας Ελλάδας (ΔΟΕ), εκφράζει την κατηγορηματική του αντίθεση σε δημόσιες τοποθετήσεις και προτάσεις που προωθούν τη μετατροπή σχολικών μονάδων της περιοχής μας σε Πειραματικά ή Πρότυπα Σχολεία. Οι πανηγυρικές διακηρύξεις περί «εκπαιδευτικής καινοτομίας», «αριστείας» και «τοπικής ανάπτυξης» αποτελούν το προπέτασμα καπνού μιας πολιτικής που υπονομεύει τον δημόσιο, δωρεάν και καθολικό χαρακτήρα της παιδείας. Η επέκταση αυτών των δομών, καθώς και η πρόσφατη θεσμοθέτηση των Δημόσιων Ωνάσειων Σχολείων (ΔΗΜ.Ω.Σ.), δεν αποτελεί αναβάθμιση, αλλά μια βίαιη παρέμβαση που εισάγει τον άκρατο ανταγωνισμό, την ιδιωτικοποίηση και την εργασιακή ανασφάλεια.

Απέναντι σε αυτούς τους σχεδιασμούς, αναδεικνύουμε τα βαθιά αρνητικά στοιχεία αυτού του θεσμού που πλήττουν ανεπανόρθωτα τη σχολική κοινότητα. Τα Πρότυπα Σχολεία καθιερώνουν μαθητές δύο ταχυτήτων και εξετάσεις αποκλεισμού, μετατρέποντας το σχολείο από χώρο ολόπλευρης μόρφωσης σε ένα ψυχοφθόρο εξεταστικό κέντρο που ωθεί τα παιδιά από την τρυφερή ηλικία του Δημοτικού στα γρανάζια της παραπαιδείας. Η λεγόμενη «αριστεία» αυτών των σχολείων είναι επίπλαστη και ενισχύει τις κοινωνικές ανισότητες. Αντί το κράτος να βοηθά τους μαθητές που έχουν μεγαλύτερη ανάγκη, επιλέγει να συγκεντρώνει τους ήδη προνομιούχους ή «προετοιμασμένους» μαθητές σε λίγα σχολεία-βιτρίνες, αφήνοντας τη μεγάλη πλειονότητα των δημόσιων σχολείων υποχρηματοδοτούμενη και παραμελημένη. Την ίδια στιγμή, συντελείται η δίωξη των παιδιών από τη γειτονιά τους. Τόσο στα Πρότυπα όσο και στα Πειραματικά καταργούνται τα γεωγραφικά όρια εγγραφής, με αποτέλεσμα παιδιά που μένουν δίπλα στο σχολείο να αποκλείονται και να αναγκάζονται να μετακινηθούν σε άλλες, μακρινές μονάδες, διαλύοντας τον κοινωνικό ιστό και υποβάλλοντας τις οικογένειες σε τεράστια ταλαιπωρία. Αυτό το σπάσιμο της συνέχειας του σχολικού δικτύου διασπά βίαια τις παιδικές κοινότητες που φοιτούσαν μαζί από το Νηπιαγωγείο, υπονομεύοντας την ψυχοκοινωνική σταθερότητα των μαθητών.

Παράλληλα, το ισχύον αντιεκπαιδευτικό νομικό πλαίσιο (Ν. 4692/20) επιφέρει την κατάργηση των οργανικών θέσεων και την εργασιακή ομηρεία. Οι εκπαιδευτικοί που υπηρετούν στα γενικά σχολεία τα οποία μετατρέπονται σε Πρότυπα ή Πειραματικά  χάνουν αυτόματα την οργανική τους θέση και μετατρέπονται σε «προσωπικό επί θητεία», εγκλωβισμένοι σε καθεστώς διαρκούς ανασφάλειας και ατομικής, τιμωρητικής αξιολόγησης. Το εκπαιδευτικό δυναμικό της χώρας, στο σύνολό του και χωρίς εξαιρέσεις, διαθέτει υψηλότατη επιστημονική και παιδαγωγική συγκρότηση. Αντί όμως το κράτος να στηρίζει ισότιμα όλα τα σχολεία αξιοποιώντας αυτή τη συλλογική δυναμική, επιβάλλει τη μοριοθηρία και το ατελείωτο κυνηγητό τυπικών προσόντων για τη στελέχωση των Πρότυπων και Πειραματικών. Με τον τρόπο αυτό μετατρέπει την εκπαιδευτική εργασία σε έναν ανούσιο ανταγωνισμό, κατηγοριοποιεί τεχνητά τους συναδέλφους και αποστερεί από τα γειτονικά σχολεία πολύτιμους πόρους και οργανικές θέσεις. Επιπλέον, το ειδικό καθεστώς προσλήψεων και τα λειτουργικά κενά αποδεικνύουν ότι ο θεσμός ανακυκλώνει την εργασιακή ομηρεία μέσω αναπληρωτών αντί για μόνιμους διορισμούς. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, αλλοιώνεται πλήρως η παιδαγωγική ελευθερία, καθώς οι Σύλλογοι Διδασκόντων χάνουν τον κυρίαρχο ρόλο τους και οι αποφάσεις επιβάλλονται άνωθεν από τα Επιστημονικά Εποπτικά Συμβούλια (ΕΠ.Ε.Σ.), μετατρέποντας τους εκπαιδευτικούς σε απλούς διεκπεραιωτές. Ξεκαθαρίζουμε ότι τα Πειραματικά Σχολεία θα έπρεπε να είναι αποκλειστικά συνδεδεμένα με τα Πανεπιστημιακά Τμήματα Παιδαγωγικής, με μοναδικό σκοπό την εκπαιδευτική έρευνα και την πρακτική άσκηση των φοιτητών  (όπως συνέβαινε παλαιότερα) και όχι να μετατρέπονται σε εργαλεία κατηγοριοποίησης των σχολικών μονάδων. Ακόμη και σε αυτά τα σχολεία, η σύνθεση του μαθητικού πληθυσμού οφείλει να είναι απολύτως αντιπροσωπευτική της κοινωνίας (δηλαδή να φοιτούν τα παιδιά της γειτονιάς) και όχι να αποτελεί προϊόν τεχνητής επιλογής, κληρώσεων ή ταξικού διαχωρισμού. Με το ισχύον όμως πλαίσιο, η σύνδεση με τα πανεπιστημιακά ιδρύματα διαστρεβλώνεται, μετατρέποντας τα πανεπιστήμια σε ρυθμιστές της σχολικής καθημερινότητας και τους μαθητές σε «στατιστικά δείγματα» εξωτερικών προγραμμάτων και πειραματισμών, όλα αυτά, χωρίς να λαμβάνονται καθόλου υπόψη οι πραγματικές, καθημερινές ανάγκες της σχολικής τάξης. 

Η πιο επικίνδυνη όμως εξέλιξη αφορά την εισαγωγή χορηγών, την οικονομική αυτονόμηση και την ανοιχτή είσοδο ιδιωτικών ιδρυμάτων στη διοίκηση της εκπαίδευσης. Τα σχολεία αυτά λειτουργούν ως «πειραματικοί σωλήνες» για τη σύνδεση της παιδείας με την αγορά και τη μελλοντική μετακύλιση του κόστους λειτουργίας στους ίδιους τους γονείς. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν τα Δημόσια Ωνάσεια Σχολεία, όπου η διοίκηση από επιτροπές στις οποίες το ιδιωτικό ίδρυμα ορίζει σχεδόν τα μισά μέλη καταργεί τον αποκλειστικό έλεγχο του κράτους. Παρατηρείται μια απροκάλυπτη εκμετάλλευση και στοχοποίηση των ευάλωτων περιοχών, όπου το Υπουργείο ιδρύει σκόπιμα αυτές τις δομές σε εργατικές συνοικίες, πλασάροντας την ιδιωτική δωρεά ως δήθεν «φιλανθρωπία» αντί για καθολική κρατική στήριξη. Εκεί επιβάλλονται εξετάσεις σε μαθητές που έχουν ανάγκη στήριξης, αποκλείοντας βίαια τα παιδιά των ίδιων των λαϊκών γειτονιών που δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα για φροντιστήρια προετοιμασίας, ενώ η παρέμβαση ιδιωτών στο περιεχόμενο σπουδών επιτρέπει σε επιχειρηματικά συμφέροντα να αποκτούν λόγο στο πρόγραμμα και τις κατευθύνσεις. Αυτή η συγκέντρωση πόρων σε μία μόνο μονάδα οδηγεί νομοτελειακά στη δημιουργία «εκπαιδευτικών γκέτο» και στην αποψίλωση όλων των γειτονικών σχολείων της περιοχής, τα οποία μετατρέπονται σε σχολεία δεύτερης κατηγορίας.

Η «καινοτομία», οι σύγχρονες υποδομές και τα εκπαιδευτικά προγράμματα αποτελούν υποχρέωση του κράτους προς ΟΛΑ τα παιδιά της Κορινθίας και της χώρας. Η δημόσια εκπαίδευση αναβαθμίζεται όταν χρηματοδοτούνται γενναία όλα τα σχολεία, και όχι όταν κατηγοριοποιούνται σε «άριστα» και «υποβαθμισμένα». 


Ο Σύλλογος Εκπαιδευτικών Π.Ε. Κορινθίας  παλεύει και διεκδικεί:

  • Καμία κατηγοριοποίηση σχολείων, εκπαιδευτικών και μαθητών.

  • Γενναία αύξηση της κρατικής χρηματοδότησης για όλα τα δημόσια σχολεία της χώρας.

  • Σύγχρονες, ασφαλείς υποδομές και εξοπλισμό σε κάθε σχολική μονάδα.

  • Μόνιμους διορισμούς εκπαιδευτικών για την κάλυψη όλων των πραγματικών αναγκών και πλήρη προστασία των εργασιακών δικαιωμάτων.

  • Ενιαία, αποκλειστικά δημόσια και δωρεάν εκπαίδευση υψηλού επιπέδου για όλα τα παιδιά χωρίς διακρίσεις.


Καλούμε τους Συλλόγους Διδασκόντων των σχολικών μονάδων να αξιοποιήσουν τα όπλα του συνδικαλιστικού κινήματος, να μην συναινέσουν σε καμία διαδικασία μετατροπής και να υπερασπιστούν τις οργανικές θέσεις και τον δημόσιο χαρακτήρα των σχολείων τους. Καλούμε τους γονείς της περιοχής σε κοινό μέτωπο αγώνα. Τα σχολεία ανήκουν στα παιδιά της γειτονιάς και σε όλο τον λαό, όχι στα πειράματα του αποκλεισμού και της αγοράς.